Φλογισμένοι οδοιπόροι & ερημίτες στο Σινά

Φλογισμένοι οδοιπόροι & ερημίτες στο Σινά

Οι αββάδες του Σινά φορείς της Ορθοδόξου Παραδόσεως
π. Ιερόθεου Βλάχου, μητροπολίτη Ναυπάκτου
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γέννημα και θρέμμα Ρωμηοί
Εάν ο Μωϋσής έγινε τύπος κάθε Χριστιανού και κάθε ορθοδόξου μοναχού, αυτό πολύ περισσότερο ισχύει για τον σιναΐτη μοναχό, που εξέλεξε να έχη ως πνευματική του παλαίστρα τον χώρο της θεοπτίας. Αισθάνεται ότι είναι διάδοχος των μεγάλων εκείνων Προφητών, του Θεσβίτου Ηλιού και του θεόπτου Μωϋσέως, των οποίων η ζωή συνδέθηκε στενά με το όρος του Σινά. Η συνεχής θέα του όρους Χωρήβ, του τόπου της βάτου και της αγίας Κορυφής ασκούσε έντονη έλξη και μυστική παρότρυνση. Άλλωστε, στον χώρο αυτό, εν συνδυασμώ με την χώρα της Αιγύπτου, βιώθηκε ο αρχαίος μοναχισμός. Έτσι, το όρος Σινά είναι τα άγια των αγίων της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, και οι σιναΐτες μοναχοί αισθάνονται διάδοχοι κατά πνεύμα των μεγάλων εκείνων Προφητών. Είναι οι κατ’ επαγγελίαν κληρονόμοι της ζωής εκείνων. Η ζωή την οποία αναλύει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης στον βίο του Μωϋσέως επηρέασε βαθύτατα την ζωή, την σκέψη και την διδασκαλία των σιναϊτών πατέρων, όπως θα το δούμε πιο κάτω.
Τα γρανιτώδη όρη και η άξενη έρημος της Χερσονήσου του Σινά14 [«Νεκρός»: οι παραπομπές αρχίζουν από το 14, γιατί αυτό το κείμενο είναι κομμάτι μεγαλύτερου κεφαλαίου – δυστυχώς οι υποσημειώσεις δεν είναι ανεβασμένες στο Διαδίκτυο] διεδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στον χαρακτηρισμό του σιναΐτου μοναχού. Άλλωστε, γνωρίζουμε καλά ότι η έρημος με τον περιορισμό των αισθήσεων, βοηθά στην απόσπαση του νού από την διάχυσή του στο περιβάλλον και την συγκέντρωσή του στην καρδιά. Ο απαράκλητος τόπος αναπτύσσει σε έντονο βαθμό την μετάνοια και την ξενιτεία. Τότε σε βαθειά μετάνοια ο νούς του ανθρώπου αίρεται από κάθε περιοριστικό όριο και ανέρχεται με «θανατηφόρον δίψαν» στο κάλλος του Θεού. Γι’ αυτό και πολλοί ασκητές επέλεξαν αυτόν τον τόπο για να ζήσουν την ζωή του Θεού, να θεραπευθούν από όλα τα πάθη και να ενωθούν με τον Θεό. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι και ο Απόστολος Παύλος μετά την αποκάλυψη του Χριστού πήγε στην έρημο της Αραβίας για να κλαύση τις αμαρτίες του και εκεί έπεσε σε ακράτητο στεναγμό και δάκρυα.
Ο τύπος του σιναΐτου μοναχού διαποτίζεται από την άσκηση και την μυστική θεολογία. Μπορεί κανείς να προσθέση ότι η χαρακτηριολογία και ο τύπος του επηρεάζεται και από τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Ο σιναΐτης ασκητής είναι εξωτερικά σκληρός, αντέχει στις δυσκολίες της ερήμου, είναι τραχύς στις εξωτερικές κοσμικές συνθήκες ζωής, αλλά ταυτόχρονα πολύ ευαίσθητος εσωτερικά. Συνδυάζει την αρρενωπότητα και την ευαισθησία, που είναι πραγματικά γνωρίσματα των ορθοδόξων μοναχών, οι οποίοι διαφέρουν σαφώς από δυτικούς μοναχούς.
Στην συνέχεια θα ήθελα να αναφέρω μερικά τέτοια παραδείγματα αγίων μοναχών, που ασκήθηκαν στον σιναϊτικό χώρο, στα οποία φαίνεται η βίωση, στην προσωπική τους ζωή, της ασκήσεως και της μυστικής θεολογίας.
α) Η ασκητική ζωή των αββάδων του Σινά έφθασε σε μεγάλο βαθμό και ύψος. Φυσικά, όταν ομιλούμε για άσκηση εννοούμε την τήρηση των εντολών του Χριστού και την προσπάθεια του ανθρώπου να μεταμορφώση όλες τις ψυχοσωματικές δυνάμεις, ώστε ενώ προηγουμένως λειτουργούσαν παρά φύσιν, τώρα να λειτουργούν κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. [«Νεκρός»: γι’ αυτό η χριστιανική άσκηση δεν είναι μια υπερφυσική σκληραγώγηση ούτε και προέρχεται από μίσος προς το σώμα]. Η έρημος του Σινά βοήθησε πολύ στην βίωση αυτής της ασκήσεως [αββάς = πατέρας, λέξη συριακής προέλευσης].Η ασκητική ζωή βιώνεται και ολοκληρώνεται μέσα σε βαθυτάτη μετάνοια. Η μετάνοια αυτή είναι καρπός της ελλάμψεως της Χάριτος του Θεού, αλλά συγχρόνως εκφράζεται με την βαθυτάτη αυτομεμψία. Κάποιος Γέροντας που ασκήτευσε στην περιοχή της Ραϊθού ήταν σε όλη του την ζωή «σύννους» και συνεχώς, ό, τι και αν έκανε, επανελάμβανε την φράση: «Άρα τί γίνεται», δηλαδή τί συμβαίνει με μένα; Όλη του την ζωή την πέρασε άλλοτε σιωπώντας και άλλοτε λέγοντας αυτήν την μικρή φράση15. Η μετάνοια συνδέεται με ολοκληρωτική μεταστροφή και αναγέννηση του ανθρώπου. Ένας ασκητής του Σινά σε ερώτηση κάποιου αδελφού πώς να προσεύχεται απάντησε: «Εγώ τέκνον, όταν εύχομαι ούτως λέγω, «Κύριε αξίωσόν με δουλεύσαί σοι, ως εδούλευσα τον Σατανάν, και αξίωσόν με αγαπήσαί σε, ως ηγάπησα την αμαρτίαν»16. Η απάντηση αυτή είναι εκφραστικότατη, γιατί δείχνει ότι η αληθινή μετάνοια είναι μεταστροφή και αναγέννηση του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι την αγάπη που αισθάνεται κανείς προς την αμαρτία, πρέπει να την στρέψη ολοκληρωτικά στον Θεό. Και φυσικά αυτό δεν είναι έργο ανθρώπινο, αφού παρακαλεί τον Θεό να τον αξιώση αυτής της μεγάλης εργασίας.
Δεν είναι άσχετη με την μετάνοια η μνήμη του θανάτου. Και αυτή η μνήμη είναι χάρισμα από τον Θεό, που γίνεται με την έμπνευση της θείας Χάριτος. Κάποιος ασκητής που ασκήτευσε σ’ ένα «μικρόν κελλίον» στο όρος Σινά κάθε ημέρα θρηνούσε μνημονεύοντας τον θάνατο17. Για τον μεγάλο σιναΐτη μοναχό άγιο Ιωάννη, τον συγγραφέα της Κλίμακος, στον οποίο θα αναφερθούμε πιο κάτω, λέγεται ότι παρέμεινε στην άσκηση σαράντα ολόκληρα χρόνια «τώ πυρί της θείας αγάπης αεί πυρπολούμενος και μελέτην θανάτου τον βίον τιθέμενος»18.Επειδή ο βίος των ασκητών αυτών ήταν μελέτη θανάτου, γι’ αυτό και ήταν γεμάτος από ζωή. Είναι πολύ χαρακτηριστική η περίπτωση του Ησυχίου του Χωρηβίτου, ο οποίος ύστερα από την ανάνηψη από μια βαρειά ασθένεια και τα όσα είδε κατά την ώρα της προσεγγίσεως του θανάτου, παρέμεινε μέσα στο κελλί του, απομακρυσμένος από τα βλέμματα των άλλων αδελφών, δώδεκα ολόκληρα χρόνια, τρώγοντας μόνον ψωμί και νερό. Μετά από δώδεκα χρόνια σιωπής και μονώσεως, όταν πλησίαζε η ώρα του θανάτου του, είπε στους αδελφούς του: «Ουδείς μνήμην θανάτου εγνωκώς, δυνήσεται αμαρτήσαί ποτε». Διασώζεται δε η πληροφορία ότι οι αδελφοί, αφού τον ενταφίασαν, ύστερα από λίγες ημέρες, ανεζήτησαν το λείψανό του και δεν το βρήκαν19. Αυτό σημαίνει ότι εκείνος που διακρίνεται για το χάρισμα της μνήμης του θανάτου ουσιαστικά διέρχεται το στάδιο της αναμαρτησίας και της θεώσεως.
Οι σιναΐτες ασκητές γνώριζαν πολύ καλά ότι και το σώμα πρέπει να θεωθή, γι’ αυτό και πρέπει να συμμετάσχη στην άσκηση. Θαυμάζει κανείς όταν μελετά τους βίους των ασκητών του Σινά, όπως μας παραδίδονται σε διάφορα κείμενα. Η σωματική άσκηση ήταν πολύ μεγάλη. Δύο αδέλφια που μόναζαν πολλά χρόνια στην κορυφή του όρους ήταν ενδεδυμένα συνεχώς με «σιδηροπουκάμισα»20. Κάποιος άλλος πατέρας κλείστηκε σ’ ένα σπήλαιο κατά την διάρκεια της Αγίας Τεσσαρακοστής και δέχθηκε τον πόλεμο του διαβόλου. Ο διάβολος γέμισε ολόκληρο το σπήλαιο από κοριούς, ώστε δεν υπήρχε καθόλου τόπος καθαρός, απηλλαγμένος από αυτούς. Ο Γέροντας εκείνος έλεγε: «Εάν δέη με αποθανείν, ουκ εξέρχομαι έως της αγίας εορτής». Τελικά λυτρώθηκε από τον πόλεμο αυτόν του διαβόλου, γιατί την τρίτη εβδομάδα των Νηστειών εισήλθαν στο σπήλαιο πλήθος μυρμηγκιών και εξαφάνισαν τους κοριούς21.
Η νηστεία και η δίψα, λόγω ασκήσεως, αλλά και λόγω ελλείψεως, ήταν μια φοβερή άσκηση και δοκιμασία. Για τον όσιο Ιουλιανό λέγεται ότι πορευόμενος προς το Σινά «τό ποθούμενον όρος», δεν περνούσε μέσα από πόλεις και χωριά, αλλά από την άβατο έρημο. Κατά την πορεία του δεν κρατούσε τίποτε άλλο παρά ψωμί και αλάτι, ένα ξύλινο ποτήρι και ένα σφουγγάρι, ώστε αν βρη νερό βαθειά στην γή, να τοποθετήση το σφουγγάρι εκεί και στην συνέχεια να στραγγίση το νερό στο ποτήρι22. Ο αββάς Ιωάννης, ηγούμενος της Ραϊθού, έλεγε στους αδελφούς του ότι γνώρισε γέροντες ασκητές που έζησαν στον χώρο εκείνο εβδομήντα χρόνια τρώγοντας μόνον χόρτα και χουρμάδες23.
Ένας αναχωρητής διηγόταν ότι ζούσε σε μια σπηλιά κοντά σε μια μικρή πηγή και έναν φοίνικα. Κάθε μήνα ένα κλαδί του φοίνικα παρήγαγε καρπό και έτρωγε ολόκληρο τον μήνα. Τον επόμενο μήνα παρήγαγε το άλλο κλαδί. Με τέτοια σωματική άσκηση ήταν ολοκληρωτικά αφιερωμένος στον Θεό24. Ο αββάς Γεώργιος Βυζάντιος μαζί με τον μαθητή του Γεώργιο μόναζαν σ’ ένα νησί της Ερυθράς θάλασσας. Το νερό το κουβαλούσαν σε μια μικρή σχεδία από την ξηρά. Ύστερα από μια τρικυμία χάθηκε η σχεδία και έμειναν χωρίς νερό. Όταν αργότερα τους επισκέφθηκαν οι αδελφοί, τους βρήκαν πεθαμένους και επάνω σ’ ένα δέρμα χελώνας ήταν το εξής γραμμένο: «Ο αδελφός Γεώργιος επί ημέρας κη’ μη πιών ύδωρ ετελεύτησε, εγώ δε έχω ημέρας λζ’» 25.
Με όλη την άσκηση που έκαναν επεδίωκαν να αποκτήσουν το έλεος του Θεού. Η άσκηση δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσον για την θεραπεία της ψυχής και την μέθεξη της Χάριτος του Θεού. Το σώμα, λόγω των παθών, εμποδίζει την πορεία της ψυχής προς την θέωση και αντιδρά. Γι’ αυτό η άσκηση είναι απαραίτητη για την μεταμόρφωσή του.

Οι άγιοι σύζυγοι Γαλακτίων και Επιστήμη, ασκητές του Σινά και τελικά μάρτυρες (θανατώθηκε επί Δεκίου, 250 μ.Χ.). Από εδώ.
β) Αν η σωματική άσκηση βοηθά και το σώμα να καθαρισθή, η πλήρης θεραπεία του ανθρώπου είναι όταν καλλιεργή την εσωτερική καρδιακή εργασία. Οι ορθόδοξοι μοναχοί δεν αποβλέπουν απλώς στην καταδυνάστευση του σώματος, αλλά στην μεταμόρφωσή του και στην αποκάλυψη των νοερών δυνάμεων της ψυχής. Αν η σωματική άσκηση, όπως την είδαμε προηγουμένως, περικλείεται στην πράξη, η νοερά ησυχία, η καθαρότης του νοός βρίσκεται στην αρχή της θεωρίας. Οι σιναΐτες πατέρες γνώριζαν ότι είναι δυνατόν κανείς να είναι «πρακτικός μέγας», αλλά αφελής στην πίστη και έτσι να περιπίπτη σε διάφορα σφάλματα26. Γι’ αυτό απαιτείται παράλληλος αγώνας και για την νοερά έλλαμψη.Ο αββάς Επιφάνιος ο Έγκλειστος, κατόπιν πολλής υπακοής στον Χριστό, δέχθηκε «πολύν πλούτον και φωτισμόν της εκλάμψεως του Αγίου Πνεύματος… δια του θείου φωτός» 27.
Γνωρίζουμε από την ορθόδοξη εμπειρία των αγίων μας ότι μετά από την κάθαρση της καρδιάς, ο άνθρωπος, δια της Χάριτος του Θεού, αποκτά τον φωτισμό του νοός και εισέρχεται στην θεωρία [=όραση, θέα] του Θεού. Η κάθαρση της καρδιάς συνίσταται στην αποβολή όλων των λογισμών από αυτήν. Ο αββάς Σιλουανός, περιγράφοντας τον τρόπο ζωής που ακολούθησε και έφθασε στην φρόνηση του Θεού, είπε: «Ουδέποτε αφήκα εις την καρδίαν μου λογισμόν παροργίζοντα τον Θεόν»28. Αυτή η εργασία στην γλώσσα των Πατέρων λέγεται και νήψη νοός. Ο ίδιος δε αββάς διασώζει τον τρόπο τον οποίο μετερχόταν, ώστε, και όταν ακόμη εργαζόταν το εργόχειρό του, να μη απασχολήται ο νούς του σε αυτήν την εργασία29.

Πίνακας με το όρος Σινά, που αποδίδεται στο Δομίνικο Θεοτοκόπουλο (από το site του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης)

Δηλαδή, οι σιναΐτες πατέρες, ύστερα από πολλά χρόνια ασκήσεως, κατώρθωσαν να ξεχωρίζουν τον νού από την λογική, ώστε να είναι ελευθερωμένος από κάθε άλλη εργασία, αφού στην κατάσταση αυτή η λογική μπορεί να έχη συνείδηση του περιβάλλοντος κόσμου και να ασχολήται με τις καθημερινές φροντίδες, ενώ ο νούς να είναι απασχολημένος με τον Θεό. Αυτό λέγεται καθαρότης νοός. Ένας αββάς που ασκήτευσε στις σπηλιές, πάνω από την σπηλιά του Ιωήλ, είχε διαρκή νήψη και πάντοτε εξήταζε τον νού του εάν έλεγε στίχους των ψαλμών ή εάν προσευχόταν. Αν διαπίστωνε ότι ο νούς του βρισκόταν κάπου αλλού, τότε τον επιτιμούσε30. Και εδώ βλέπουμε την αρχαία παράδοση ότι η νοερά προσευχή γινόταν ή με στίχους των ψαλμών ή με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».

Όταν ο ασκητής αποκτήση την νοερά καθαρότητα και την νοερά έλλαμψη, τότε έχει και το χάρισμα της διακρίσεως. Σε αυτήν την κατάσταση ξεχωρίζει το δαιμονικό από το θεϊκό, το κτιστό από το άκτιστο. Έτσι διακρίνει το θέλημα του Θεού από το θέλημα του διαβόλου, την εμφάνιση του Θεού από την εμφάνιση του διαβόλου ως αγγέλου φωτός. Ο αββάς Νισθερώος, που ασκήτευσε ένα διάστημα στην Ραϊθώ, δίδασκε ότι η σωτηρία του ανθρώπου πορεύεται από διαφορετικούς δρόμους, ήτοι από την φιλοξενία του Αβραάμ, την ησυχία του Προφήτου Ηλία και την ταπείνωση του Δαυΐδ. Και οι τρεις ζούσαν διαφορετικό τρόπο ζωής, αλλά όμως ο Θεός ήταν μαζί τους. Το θέμα, λοιπόν, είναι να υπάρχη η Χάρη του Θεού μέσα μας31.

Ο προφήτης Ηλίας. Φωτο από το post Ο σύγχρονος άγιος του Δυτικού Ρεθύμνου
γ) Οι σιναΐτες πατέρες όμως έφθασαν και στην θεωρία του Θεού, όπως το βλέπουμε σε πολλές περιπτώσεις. Ο άνθρωπος με την Χάρη του Θεού φροντίζει να καθαρίση την καρδιά του, στην συνέχεια έρχεται στην νοερά-καρδιακή προσευχή και έπειτα, εάν ο Θεός θελήση, φθάνει και στην αποκάλυψη, την φανέρωση της δόξης Του. Θα αναφέρω κάπως αδόκιμα και ξερά μερικές τέτοιες θεωρίες σιναϊτών πατέρων.
Ο Ιωσήφ ο Ραϊθηνός, κατά την διάρκεια της προσευχής του, φλεγόταν από την Χάρη του Θεού. Όταν κάποιος τον πλησίασε στο καλύβι του τον βρήκε σε έκσταση. «Θεωρεί αυτόν όλον από κεφαλής μέχρι ποδών ιστάμενον ως φλόγα πυρός»32. Σε αυτήν την κατάσταση παρέμεινε πέντε ολόκληρες ώρες. Αυτή είναι η θεία αρπαγή για την οποία κάνουν λόγο πολλοί Πατέρες στα έργα τους. Το ίδιο βλέπουμε και στην ζωή του αββά Σιλουανού. Ο μαθητής του Ζαχαρίας τον βρήκε «εν εκστάσει και αι χείρες αυτού (ήσαν) εις τον ουρανόν». Και όταν τον ρώτησε που βρισκόταν, εκείνος απάντησε: «Εγώ εις τον ουρανόν ηρπάγην και είδον την δόξαν του Θεού και εκεί ιστάμην έως άρτι και νυν απελύθην»33. Πρέπει να σημειώσουμε τα δύο ρήματα «ηρπάγην» και «απελύθην», τα οποία δείχνουν ότι η αρπαγή και η θεωρία είναι εμπειρία της Χάριτος και γίνονται με την ενέργειά της. Δεν είναι έκσταση της λογικής, αλλά αρπαγή του νού. Ο ίδιος αββάς διηγείται ότι κατά την διάρκεια της αρπαγής είδε την Δευτέρα Παρουσία, την κρίση του Θεού και μάλιστα είδε πολλούς μοναχούς να οδηγούνται στην Κόλαση και πολλούς κοσμικούς να πηγαίνουν στην Βασιλεία του Θεού34.
Στους βίους των σιναϊτών πατέρων μπορεί κανείς να δη και να θαυμάση τέτοιες περιπτώσεις θεοφανείας, αφού αξιώθηκαν του ακτίστου Φωτός. Αυτό, βέβαια, ήταν καρπός ασκήσεως, αλλά κυρίως ευδοκίας του Θεού. Κάποιος διακονητής στην αγία Κορυφή, που λεγόταν Ελισσαίος, έβλεπε όχι μια ή δύο φορές, αλλά κάθε νύκτα το πυρ να κάθεται επάνω στον άγιο Ναό της θείας νομοθεσίας35. Ζούσαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ήταν φυσικό σε αυτούς να μετέχουν της θείας Χάριτος και να αποκτούν εμπειρίες του Θεού. Είναι πολύ χαρακτηριστική η φράση: «Εν μια ουν των ημερών εξήλθεν ο καθ’ είς ημών καθ’ εαυτόν αδολεσχήσαι τη του Θεού θεωρία εις την έρημον»36. Πραγματικά, η έλλαμψη του νοός και η θεωρία του Θεού είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, αφού ο Αδάμ πλάστηκε εξ αρχής σε αυτήν την κατάσταση.

Ο δρόμος προς την Αγία Κορυφή, το σημείο της παράδοσης των 10 Εντολών από το Θεό στο Μωυσή
Το όρος Σινά δεν ήταν χώρος θεοφανείας μόνον για τον Μωϋσή, αλλά και για πολλούς ασκητάς που μόνασαν εκεί και ήταν διάδοχοι κατά πνεύμα του μεγάλου εκείνου θεόπτου Προφήτου. Όταν ο άγιος Συμεώνης επισκέφθηκε το ποθούμενον όρος και μάλιστα το σημείο εκείνο όπου ο Μωϋσής αξιώθηκε να δη τον Θεό, γονάτισε και δεν σηκώθηκε έως ότου άκουσε την δεσποτική φωνή που του εξέφραζε την ευμένεια. Αποτέλεσμα αυτής της θεοπτίας ήταν ότι ολόκληρη την εβδομάδα την πέρασε σκυμμένος χωρίς να φάγη το παραμικρό37. Πρόκειται εδώ για την θεοπτία και την αναστολή των σωματικών ενεργειών. Γιατί, πράγματι, κατά την θεοπτία αναστέλλονται όλες οι σωματικές ενέργειες του ανθρώπου, αφού τότε ο άνθρωπος δεν αισθάνεται την ανάγκη να φάγη, να κοιμηθή και γενικά δεν αισθάνεται την ενέργεια των δερματίνων χιτώνων της φθοράς και της θνητότητος.
δ) Ο άνθρωπος, μετέχοντας της ακτίστου Χάριτος του Θεού και βιώνοντας την μακαρία κατάσταση της θεώσεως, αποκτά και διάφορα πνευματικά χαρίσματα. Και αυτό είναι φυσική κατάσταση του θεόπτου. Ο Μωϋσής με την θεοπτία έγινε οδηγός των Εβραίων και τους κατηύθυνε προς την γη της επαγγελίας. Με την δύναμη του Θεού νικούσε όλες τις δυσκολίες και υπερνικούσε όλα τα εμπόδια. Από τα πολλά χαρίσματα που είχαν αποκτήσει οι σιναΐτες πατέρες, όπως διασώζονται στα διάφορα περιστατικά, θα αναφέρω τρία.
Το πρώτο είναι οι διάφορες θαυματουργίες. Τα θαύματα που γίνονται από τους αγίους είναι ένδειξη ότι ο Θεός αναδεικνύει τον άνθρωπο εκείνο ως άγιο. Ο αββάς Ίσαυρος θεράπευσε έναν παράλυτο, ο οποίος τον επισκέφθηκε κατόπιν παροτρύνσεως της ιδίας της Θεοτόκου38. Κάποιος μοναχός, ονομαζόμενος Μωϋσής, που καταγόταν από την Φαράν, έκανε πολλά θαύματα. Τον θεωρούσαν δεύτερο Προφήτη Ηλία. Ό,τι ζητούσε από τον Χριστό του το έδινε: «Πάντα γαρ όσα ήτει και αυτός τον Κύριον, εχορήγει αυτώ». Έκανε πολλά θαύματα, κυρίως είχε το χάρισμα κατά των ακαθάρτων πνευμάτων. Έτσι, θεράπευε πολλούς ασθενείς και σχεδόν όλο τον λαό, που βρισκόταν στα μέρη της Φαράν, τον οδήγησε στην χριστιανική πίστη με το θαυματουργικό χάρισμα που είχε39.
Το δεύτερο είναι ότι οι σιναΐτες πατέρες σαν αληθινοί άνθρωποι του Θεού έγιναν με την Χάρη του Θεού κύριοι της γής, από την άποψη ότι ακόμη και τα άλογα ζώα τους έκαναν υπακοή [«Νεκρός»: «άλογα» = μη λογικά (δεν έχει σχέση με το άλογο = ίππος). Δες πολλά στο Οι άγιοι και τα ζώα]. Δεν ήταν θηριοδαμαστές, αφού δεν αποκτούσαν κυριαρχία πάνω στα άλογα ζώα, κατόπιν ιδιαιτέρας σωματικής ασκήσεως και γνώσεως της τεχνικής μεθόδου, αλλά λόγω της μεθέξεως της ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Θεού.Ο αββάς Σέργιος, επιστρέφοντας κάποια μέρα από το διακόνημά του [=την εργασία του, την υπηρεσία του], είδε ένα λιοντάρι που βρισκόταν στην οδό. Οι άνθρωποι που συνόδευαν τον αββά, μαζί με τα ζώα που είχαν έφυγαν από τον φόβο τους. Τότε ο αββάς Σέργιος πλησίασε το λιοντάρι, του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί και είπε: «Λάβε την ευλογίαν των πατέρων και άπελθε εκ της οδού, ίνα παρέλθωμεν» [=πάρε την ευλογία των πατέρων και φύγε από το δρόμο, για να περάσουμε]. Και το λιοντάρι έκανε τελεία υπακοή40. Ένας άλλος ερημίτης, που ζούσε μέσα σ’ έναν λάκκο, όταν είδε ένα λιοντάρι να έρχεται, από μακρυά του έκανε νόημα να πάη από το άλλο μέρος. Το λιοντάρι υπάκουσε στον λόγο του ερημίτου και αφού του έφερε τον καρπό των φοινίκων, στην συνέχεια έφυγε πιο πέρα και ξαπλώνοντας κάτω, κοιμήθηκε41. Τα άλογα ζώα κάνουν υπακοή στους αγίους γιατί αισθάνονται την Χάρη του Θεού να εκπορεύεται από αυτούς. Έτσι, βλέπουμε πώς οι άγιοι φέρνουν μια ισορροπία στην δημιουργία, ημερεύουν και τα άγρια ζώα.

Φωτο από το post Το υποτακτικό λιοντάρι
Το τρίτο είναι ο τρόπος της κοιμήσεώς τους. Στην ζωή των σιναϊτών πατέρων βλέπουμε καθαρά ότι οι περισσότεροι είχαν οσιακό τέλος. Με τον τρόπο της ζωής τους υπερέβησαν τον θάνατο, δεν τον εφοβούντο και πραγματικά ο θάνατος ήταν ένας ύπνος. Ο αββάς Γεώργιος ο Αρσελαΐτης κατάλαβε τον θάνατό του και κάλεσε ένα αγαπητό του πρόσωπο να έλθη για να τον ασπασθή πριν φύγη για τον Κύριο. Αυτό πραγματοποιήθηκε μετά από δώδεκα ημέρες. Προείδε τον ερχομό του αγαπητού του προσώπου. Όταν ήλθε, «ποιήσας ευχήν ο γέρων και ασπασάμενος αυτόν και μεταλαβών των αγίων μυστηρίων, ανακλίνας εαυτόν απήλθεν προς Κύριον»42. Στο περιστατικό αυτό φαίνεται και το ανθρώπινο, αφού ζητά να αποχαιρετίση ένα αγαπητό του πρόσωπο, αλλά και το υπεράνθρωπο, αφού με την Χάρη του Θεού υπερέβη τον θάνατο. Κάποιος άλλος ερημίτης προείδε τον θάνατό του και γι’ αυτό στον αββά Ζώσιμο που τον επισκέφθηκε είπε: «Φύσει, τέκνον, καλώς ήλθες. Ο Θεός γαρ ήγαγέν σε ώδε, ίνα το σώμά μου θάψης». Και μετά από λίγο, αφού τον ευλόγησε και ζήτησε την ευχή του, «έθηκεν εαυτόν και ανεπαύσατο ο δούλος του Θεού»43. Έτσι, καταλαβαίνουμε καλά ότι ο θάνατος στους δικαίους ανθρώπους είναι πραγματικά ένας ύπνος.
Σε πολλούς αγίους η βαθυτάτη μετάνοιά τους, αλλά και η μεγάλη αυτομεμψία τους εκδηλώνεται ακόμη και κατά την ώρα του θανάτου. Ένας ερημίτης, προβλέποντας τον θάνατό του, κάλεσε κάποιον γείτονά του να είναι κοντά την ώρα εκείνη και του έδωσε την παραγγελία να μη τον ενταφιάση, αλλά να πετάξη το σώμα του στην έρημο για να το καταφάγουν τα θηρία και τα πουλιά, «διότι ήμαρτε τω Θεώ πολλά και ουκ έστιν άξιον ταφήναι». Την τρίτη ημέρα μετά την κοίμησή του αποκαλύφθηκε ο ίδιος στον αδελφό εκείνο, κατά την διάρκεια του ύπνου και του είπε ότι βρήκε μεγάλο έλεος από τον Θεό για την μεγάλη του ταπείνωση44.

Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει την Κλίμακα [=Σκάλα], ένα κλασικό έργο που αναλύει τα πάθη (πνευματικές & σωματικές εξαρτήσεις) και τις αρετές. Αναλυτικά γι’ αυτόν εδώ, ενώ όλο το έργο εδώ.
ε) Όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως δείχνουν ποιά είναι η θεολογία και ποιός είναι ο θεολόγος στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ουσιαστικά πρόκειται για ολόκληρη ζωή. Η θεολογία είναι εμπειρία. Θεολόγος είναι ο άνθρωπος εκείνος που απέκτησε μέθεξη Θεού και ενώθηκε εν Χάριτι με τον Θεό. Και όταν αυτή η ζωή κινδυνεύη να διαστραφή, τότε οριοθετείται, γίνεται δόγμα. Οπότε το δόγμα είναι καρπός της εμπειρίας και οδηγεί τον άνθρωπο προς την εμπειρία του Θεού.
Οι αββάδες που ασκήτευσαν στον σιναϊτικό χώρο ζούσαν τον Θεό, γνώριζαν από την πείρα τους τί είναι η θεία Χάρη, ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Και όταν χρειάστηκε, διατύπωσαν αυτήν την προσωπική εμπειρία. Βοηθούσαν τους ποιμένας της Εκκλησίας στον αντιαιρετικό τους αγώνα, προσεύχονταν για να παραμένη αλώβητη η ορθόδοξη πίστη και ποικιλοτρόπως βοηθούσαν το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατηγορίας είναι ο Θεόδωρος της Ραϊθού, που έζησε τον ΣΤ’ αιώνα ως πρεσβύτερος σε Μονή πλησίον της Ραϊθού45. Ο χρόνος κατά τον οποίο έζησε ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος ήταν κρίσιμος και ταραχώδης. Είχε προηγηθή η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος στην Χαλκηδόνα που εθέσπισε την δογματική αλήθεια ότι η θεία και η ανθρώπινη φύση είναι ενωμένες στην υπόσταση του Λόγου ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως και αχωρίστως. Όμως μετά την Σύνοδο εξακολούθησαν οι συζητήσεις σχετικά με τα κρίσιμα αυτά θέματα, αφού άλλοι αρνήθηκαν τις αποφάσεις της, άλλοι προσπάθησαν να δώσουν διαφορετική ερμηνεία και άλλοι τις αποδέχθηκαν. Ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος της Ραϊθού έπαιξε σπουδαίο ρόλο σε όλη αυτήν την συζήτηση.
Το μόνο γνωστό κείμενό του είναι η «προπαρασκευή», στο οποίο κάνει ανάλυση των όρων που είχαν επικρατήσει την εποχή εκείνη. Μελετώντας κανείς την «προπαρασκευή» διαπιστώνει ότι ο Πρεσβύτερος Θεόδωρος αφ’ ενός μεν είναι επηρεασμένος πολύ από τον Μ. Βασίλειο και τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, των οποίων χωρία μνημονεύει σχεδόν αυτολεξεί46, αφ’ ετέρου δε επηρέασε και τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Δεν ξέρουμε, βέβαια, θετικά αν ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γνώριζε την «προπαρασκευή», αλλά οπωσδήποτε έχουν και οι δύο (Πρεσβύτερος Θεόδωρος και Ιωάννης Δαμασκηνός) τις ίδιες πηγές και ομοιάζουν σε πολλά τα κείμενά τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο υπότιτλος του όλου έργου: «Θεοδώρου πρεσβυτέρου της Ραϊθού προπαρασκευή τις και γυμνασία τω βουλομένω μαθείν, τις ο τρόπος της θείας ενανθρωπήσεως και οικονομίας, καθ’ όν πέπρακται, και τίνα τα προς τους ταύτην μη ορθώς νοούντας λεγόμενα παρά των της εκκλησίας τροφίμων»47.
Το όλο έργο μπορεί να χωρισθή σε δύο επί μέρους ενότητες. Η μία είναι παρουσίαση των διδασκαλιών διαφόρων αιρετικών, όπως του Μάνεντος, του Παύλου Σαμοσατέως, του Απολλιναρίου, του Θεοδώρου Μομψουεστίας, του Νεστορίου, του Ευτυχούς κλπ. Η δεύτερη ενότητα είναι ανάλυση διαφόρων θεολογικών όρων, που χρησιμοποιούνται για το Χριστολογικό δόγμα.
Δεν πρόκειται να κάνω ανάλυση όλων των θέσεων του Πρεσβυτέρου Θεοδώρου, αλλά να υπογραμμίσω ότι δέχεται την επικρατήσασα ορολογία των Καππαδοκών Πατέρων, ιδιαιτέρως του Μ. Βασιλείου περί ταυτίσεως της ουσίας με την φύση, και της υποστάσεως με το πρόσωπο.
Αναλύοντας την διαφορά μεταξύ ουσίας και υποστάσεως λέγει ότι η ουσία φανερώνει μόνον αυτό το είναι, ενώ η υπόσταση δηλώνει όχι μόνο το είναι, αλλά «καί το πώς έχειν και το οποίον τι είναι». Έτσι η ουσία φανερώνει το κοινό, ενώ η υπόσταση το ειδικό. Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του ανθρώπου λέγει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινά γνωρίσματα, αφού όλοι «ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». Όμως ο καθένας έχει και διάφορα συμβεβηκότα, δηλαδή διαφορετική πατρίδα, γένος, όνομα, επάγγελμα, πράξεις, πάθη κλπ. Αυτά τα τελευταία ξεχωρίζουν τους ανθρώπους μεταξύ τους48. Το άθροισμα των συμβεβηκότων διακρίνουν την υπόσταση από την ουσία49. Δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση ούτε υπόσταση χωρίς την ουσία. Όταν μιλούμε για διαφορά μεταξύ υποστάσεως και ουσίας συγχρόνως μιλούμε και για την ομοιότητα, «ίνα μη παντάπασιν αποξενώσθαι της ουσίας ταύτην νομίσης»50.
Ενώ δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση και αντίστροφα, εν τούτοις εμείς πρώτα καταλαβαίνουμε σε γενικές γραμμές την υπόσταση και έπειτα η ουσία μας διδάσκει για τον εαυτό της δια της υποστάσεως. Πρώτα αντιληφθήκαμε τον Πέτρο «ότι εστί» και στην συνέχεια «τό τί εστιν», ότι, δηλαδή, είναι άνθρωπος, ζώο λογικό και θνητό51.
Όταν με τον λόγο αναιρήται η ουσία, τότε συναναιρείται και η υπόσταση, δηλαδή όταν δεν υπάρχη ο άνθρωπος, τότε δεν υπάρχει και ο Πέτρος ή ο Παύλος. Όταν όμως αναιρήται η υπόσταση, δεν σημαίνει ότι αναιρείται και η ουσία, αφού όταν αναιρήται ο Πέτρος, δεν καταστρέφεται και ο άνθρωπος52. Αυτό λέγεται συγκαταβατικά, διότι δεν υπάρχει ουσία χωρίς την υπόσταση και αντίστροφα, αφού η υπόσταση ορίζεται ως ουσία με τα ιδιώματα.
Βέβαια, όσα λέγονται για την υπόσταση λέγονται και για το πρόσωπο, αφού δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ προσώπου και υποστάσεως.
Από τα λίγα αυτά, που παραθέσαμε προηγουμένως, φαίνεται καθαρά ότι ο χώρος του Σινά ανέδειξε μεγάλους ασκητάς και θεολόγους της Εκκλησίας. Στον χώρο αυτό βιώθηκε μια ζωντανή θεολογία, η οποία, όταν παρουσιάσθηκαν διάφορες αιρέσεις, διατυπώθηκε και σε όρους για να διασφαλίση την ορθόδοξη πίστη, την Αποκάλυψη του Θεού. Ουσιαστικά οι ασκητές του Σινά συντόνιζαν την άσκηση στην δογματική αλήθεια της Εκκλησίας.

Άγγελοι μεταφέρουν το σώμα της αγίας Αικατερίνης στην κορυφή του Σινά, όπου ανακαλύφθηκε άφθαρτο
Τώρα αξίζει να δεις: Όλα τα αποσπάσματα του ίδιου βιβλίου που υπάρχουν στο σχετικό site.

Δυο σύγχρονοι μοναχοί του Σινά δολοφονούνται από δουλέμπορους, γιατί τους αντιστάθηκαν (εδώ).

Αναρτήθηκε από στις 4:44 μ.μ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: