Άγιοι της Ρουμανίας

Στιγμιότυπα από
το blog του Προσκυνητή

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (με άφθαρτο λείψανο) +10 Ιανουαρίου 1882Ο ιερομόναχος μεγαλόσχημος Αντύπας γεννήθηκε στο χωριό Καλαποντέστι του νόμου Μπακάου Μολδαβίας το 1816. Οι γονείς του ήταν ορθόδοξοι καί πολύ ευλαβείς. Ο πατέρας του, Λουκιανός, ήταν διάκονος στην εκκλησία του χωρίου του, ενώ η μητέρα του Αικατερίνη, αργότερα, όταν ο Αγ. Αντύπας έφυγε για το μοναστηρι, έγινε μοναχή με το όνομα Ελισάβετ. Για πολύ καιρό δεν είχαν παιδιά. Μετά τίς επίμονες όμως προσευχές τους γεννήθηκε ένα παιδί, που το ονόμασαν Αλέξανδρο.

Η γέννησις του παιδιού που επρόκειτο να αναδειχθή στο μέλλον πνευματικός μαχητής σημαδεύτηκε με την θεία ευαρέσκεια, διότι η μητέρα του τον εγέννησε χωρίς πόνους ή κάποια ασθένεια. Ήταν ένας χαρακτήρας κλειστός και μοναχικός. Λέγεται ότι, όταν ήταν παιδί και έβοσκε τα πρόβατα του σπιτιού τους στα γύρω δάση, έπιανε τα δηλητηριώδη φίδια με τα χέρια του χωρίς φόβο καί χωρίς να δαγκώνεται απ’ αυτά προς κατάπληξη αλλά και φόβο πολλών συντοπιτών του. Ήταν προικισμένος από τον Θεό με μεγάλα πνευματικά δώρα, ήταν όμως απλός καί τελείως αδέξιος για γράμματα, παρότι προσπαθούσε πολύ.Πριν τελειώσει το σχολείο πέθανε ο πατέρας του. Η μητέρα του τον έστειλε να μάθει την τεχνη της βιβλιοδεσίας, το αφεντικό του όμως τον κακομεταχειριζόνταν. Ευτυχώς με τη βοήθεια του Θεού γρήγορα έμαθε και επέστρεψε στο σπίτι του. Όταν ήταν 20 ετών ο Αλέξανδρος και ενώ προσευχόνταν, περιβλήθηκε ξαφνικά από ένα θαυμαστό καί εξαίσιο φως, το όποιον έγέμισε την καρδιά του από μία ανεκλάλητη χαρά. Από τα μάτια του έτρεχαν ως ρυάκια τα δάκρυα καί αισθάνθηκε με αυτό το θείο φως μία πρόσκλησι. Αυ­τός φώναξε με χαρά απαντώντας σ’ αυτή την πρόσκλησι: «Κύριε, εγώ θέλω να γίνω μοναχός». Αλλά ό Κύριος με θεία οικονομία τον άφησε να πέραση καί διαφόρους πειρασμούς. Για δύο χρόνια (1836-1837) εγκαταστάθηκε στη Μονή Καλνταρουσάνι εκπληρώνοντας με μεγάλη αυταπάρνηση όλες τις υπηρεσίες που του ανέθεταν.
Με την ευλογία του πεπειραμένου γέροντος Δημητρίου, ηγουμένου της Μονής Μπράζι, έφυγε για το Άγιον Όρος αφού πρώτα εκάρη μοναχός παιρνωντας το όνομα Αλύπιος.
Στο Άγιο Όρος έμεινε σ΄ ένα κελί όπου ασκήτευαν συμπατριώτες του, οι ιερομόναχοι Νήφων και Νεκτάριος, οι οποίοι τον συμβούλεψαν να κοπιάσει πρώτα στο έργο της υπακοής σ’ ένα κοινόβιο [«Νεκρός για τον κόσμο»: υπακοή λέγεται η πνευματική μαθητεία σε ένα έμπειρο δάσκαλο («γέροντα«), τον οποίο ο μαθητής υπακούσε σε όλα, για να νικήσει τον εγωισμό του. Η μαθητεία αυτή είναι ελεύθερη και ο μαθητής («υποτακτικός») μπορεί να αλλάξει γέροντα, γιατί ένας κακός γέροντας μπορεί να οδηγήσει το μαθητή του σε λάθος κατευθύνσεις. Όμως η παραμονή  σε έναν απαιτητικό γέροντα μπορεί να οδηγήσει το μαθητή σε μεγάλη πνευματική πρόοδο]. Έτσι για τέσσερα χρόνια έμεινε στη Μονή Εσφιγμένου.Όταν επέστρεψε στους ρουμάνους γέροντες έλαβε το μέγα αγγελικό σχήμα παίρνοντας το όνομα Αντύπας,δίνοντάς του ταυτόχρονα την ευλογία να ακολουθήσει την μοναχική ζωή στην έρημο.

Εκείνη την εποχή άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά η επιθυμία του π. Νήφωνος να χτίσει στο Άγιο Όρος μια Ρουμανική Σκήτη. Γι’ αυτόν τον λόγο αγόρασε ένα μετόχι στο Ιάσιο της Ρουμανίας και με την υλική βοήθεια που έστελναν από εκεί τέθηκαν οι βάσεις για να χτιστεί η Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Ζήτησαν τη βοήθεια του Αγ. Αντύπα και αυτός δέχθηκε να βοηθήσει. Πρώτα χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας και μετά την αποχώρηση του γέροντα Νήφωνος για τρία χρόνια στο Ιάσιο ανέλαβε την καθοδήγηση των εργασιών. Αργότερα ο Άγ. Αντύπας εστάλη στο Μετόχι της μονής στο Ιάσιο της Ρουμανίας.
Ακόμη και σ’ αυτήν την πολύβουη πόλη ο γέροντας εκόπιαζε όπως και στην έρημο του Αγ. Όρους. Ο μητροπολίτης Μολδαβίας Ιωσήφ εξετίμησε την ασκητική του ζωή, τον ζήλο του και την πνευματικότητά του και τον εδιόρισε πνευματικό σε δυο γυναικεία μοναστήρια. Ο ίδιος αναζητούσε την ησυχία του Αγ. Όρους, ο π.Νήφωνας του αρνήθηκε όμως την επιστροφή του εκεί.

Έπειτα μαζί με τον π. Νήφωνα έφυγαν για την Ρωσία με σκοπό να μαζέψουν δωρεές για να αποπερατωθεί η σκήτη.
Ο Άγ. Αντύπας στη Ρωσία έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων. Άνθρωποι από την Μόσχα και την Αγ.Πετρούπολη έρχονταν να τον συμβουλευτούν. Οι μητροπολίτες Πετρουπόλεως Ισίδωρος και Μόσχας Φιλάρετος συζητούσαν μαζί του για διάφορα πνευματικά θέματα.
Πριν φύγει για τη Ρωσία είχε πει στον π. Νήφωνα ότι «δεν μ’ αφήνεις να πάω στο Άγ. Όρος και με παίρνεις μαζί σου στη Ρωσία. Εγώ αισθάνομαι ότι πηγαίνοντας εκεί θα ανήκω πια στους Ρώσους και όχι σ’ εσάς».
Πραγματικά έτσι έγινε. Χάρη στον σεβασμό προς το πρόσωπό του και την εμπιστοσύνη που ενέπνεε έφερε την αποστολή του εις πέρας συγκεντρώνοντας πολλά χρήματα και υλικά αγαθά για την Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου.
Παίρνωντας ευλογία από τον γέροντά του ανεχώρησε για την Μονή Βαλαάμ. Εκεί τον εντυπωσίασε η πνευματική ζωή του μοναστηριού αλλά και οι ησυχαστικές καλύβες της ερημικής περιοχής της. Εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό κελί της σκήτης των Αγ.Πάντων. Εκτός από τις ορισμένες ακολουθίες διάβαζε κάθε μέρα τους Χαιρετισμούς της Παναγίας κάνοντας τριακόσιες μετάνοιες. Εκτός από την αένναη προσευχή του, καθημερινά μνημόνευε όσους κατά καιρούς έκαναν δωρέες και τον βοήθησαν στον σκοπό του. Με πολλή αγάπη συνομιλούσε με όσους ζητούσαν τη συμβουλή του. Την πρώτη εβδομάδα της Μεγ. Τεσσαρακοστής δε γευόνταν τίποτα, το ίδιο και την Δευτέρα, την Τετάρτη και την Παρασκεύη ολόκληρου του έτους.
Ο Άγ. Αντύπας σ’όλη του τη ζωή είχε τον νου του στο Θεό και δεν ποθούσε τίποτα κοσμικό. Παρόλες τις υπακοές που έκανε κατά καιρους και τις ευθύνες που του είχαν αναθέσει, είχε αποδιώξει κάθε βιοτική μέριμνα. Ζούσε σε απόλυτη φτωχεία. Λέγεται ότι το κελί του ήταν αδειανό από κάθε περιττό πράγμα. Δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε καρέκλα, παρά ένα μικρό τραπεζάκι όπου τοποθετούσε τα βίβλια προσευχών και διάφορα πνευματικά βιβλία. Κάτω είχε στρωμένη μια κουβέρτα όπου εξάπλωνε όταν εξαντλείτο από τον κόπο των νυχτερινών προσευχών του.

Το Μέγα Σάββατο του τελευταίου έτους λειτούργησε στη Μονή. Στο τέλος της Θ.Λειτουργίας απεκάλυψε σ’ έναν στενό μαθητή του: «Την ώρα της Θείας Κοινωνίας κοιτάζοντας από το ιερό έπεσε η ματιά μου στους μοναχούς που κοινωνούσαν. Το πρόσωπο μερικών απ’ αυτούς έλαμπε σαν τον ήλιο. Δεν ξέρω πώς να τους ονομάσω αυτούς τους μοναχούς και ποτέ δεν ξαναείδα τέτοιο πράγμα». Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, ενώ προσευχόνταν στο κελί του ακούστηκε ένας θόρυβος. Μια εικόνα της Παναγίας που είχε φέρει από το Άγιον Όρος μετακινήθηκε ενώ άλλες εικόνες έπεσαν κάτω. Η εικόνα της Παναγίας ήρθε και στάθηκε πάνω από το στήθος του αγίου. Αυτός συγκινημένος την πήρε και την έβαλε στη θέση της. Αυτό το συμβάν το διηγήθηκε σ’ έναν μαθητή του τρεις μέρες πριν την κοίμησή του.
Την τελευταία ημέρα της ζωης του ζήτησε να γίνει η Θεία Λειτουργια πιο νωρίς και να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Τη στιγμη που ένας μαθητής του εδιάβαζε την ενάτη και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, ανεχώρησε για τους ουρανούς. Ήταν η δεκάτη Ιανουαρίου 1882.
Το 1883 βλέποντας οι πατέρες της Μονής Βαλαάμ ότι εμφανιζόνταν στους μαθητές του και ότι τον τίμουν ως άγιο ανέθεσαν στον πατέρα Ποιμήν να γράψει τον βίο του.Σ’αυτόν είχε διηγηθεί τον βίο του ο Άγ.Αντύπας έναν χρόνο πριν από την κοίμησή του.
Ο βίος του εκτυπώθηκε στην Αγ.Πετρούπολη το 1883 και το 1893,ενώ το 1906 το Άγιο Όρος τον τιμούσε ήδη ως άγιο.Το 1997 στον τόπο γέννησής του χτίστηκε μονή.Το λείψανό του βρίσκεται στην Ιερά Μονή Βαλαάμ.πηγή-Viata Sf.Cuvios Antipa de la Calapodesti
www.proskynitis.blogspot.comΑγιος Νικόδημος της Τισμάνα(+26 Δεκεμβρίου)

Ο Άγιος Νικόδημος της Τισμάνα γεννήθηκε στο βυζαντινό Πρίλοπο στα νότια της Σερβίας το 1320. Ήταν συγγενής με την οικογένεια του σέρβου δεσπότη [=ηγεμόνα] Αγ. Λαζαρου [που έδωσε τη μεγάλη μάχη κατά των Τούρκων στο Κοσσυφοπέδιο και προέβη σε μεγάλες θυσίες χάριν του λαού του, δίνοντας τελικά και τη ζωή του] και του Ρουμάνου ηγεμόνα Νικολάου Αλεξάνδρου Μπασαράμπ. Από νέος πήγε στο Άγιον Όρος και έγινε μοναχός στη Μονή Χιλανδαρίου, όπου αργότερα έγινε ηγούμενος και πρωτοεπιστάτης του Αγ.Όρους. Το 1365 ήρθε στη Ρουμανία και, με τη βοήθεια του ηγεμόνα Βλάικου Βόντα (1364-1367) και του Ράντου του Α΄ (1377-1383), έφτιαξε τις μονές Βόντιτσα (1369) και Τισμάνα (1377).
Επίσης έχτισε στα νότια του Δούναβη τις μονές Βράτνα, Μαναστίριτσα και Βίσινα. Στα τέλη του 14ου αιώνα έχτισε και τη Μονή Πρισλόπ.

Η Ορθόδοξη εκκλησία τιμάει τη μνήμη του στις 26 Δεκεμβρίου,ημέρα της κοιμήσεώς του.
Φτάνοντας στο Άγιον Όρος,πρώτα ασκήθηκε σε κοινόβιο και έπειτα μόνος του σε μια σπηλιά κοντά στη Μονή Χιλανδαρίου [το σέρβικο μοναστήρι, που ίδρυσε οι άγιοι Σάββας και Συμεών, ο πρώτος ήταν πρίγκιπας της Σερβίας που αρνήθηκε να γίνει βασιλιάς & ο δεύτερος ήταν ο πατέρας του, πρώην βασιλιάς – κι οι δυο είναι από τους μεγάλους πνευματικούς πατέρες του ορθόδοξου σέρβικου λαού]. Όταν έγινε ηγούμενος στη Μονή Χιλανδαρίου μάζεψε γύρω του 100 περίπου μοναχούς, ελληνικής, σερβικής, ρουμανικής και βουλγαρικής καταγωγής. Όλοι είχαν φόβο Θεού και τρέφονταν από τις διδασκαλίες της Αγ. Γραφής, όντας και ένας έμπειρος δάσκαλος της προσευχής του Ιησού. Ήταν ένας φωτισμένος και έμπειρος θεολόγος και πνευμαυικός πατέρας και γι’ αυτό πολλοί ησυχαστές, μοναχοί και ηγούμενοι ερχόνταν να τον συμβουλευτούν.

Επειδή ο Άγ. Νικόδημος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης απ’ όλους, μετά από παράκληση του κνέζη Λαζάρου, πήγε με τους υποτακτικούς του Ησαΐα και Παρθένιο στην Κωνσταντινούπολη ζητώντας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συμβιβασμό με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Σερβίας. Βλέποντας ο πατριάρχης και ο αυτοκράτορας την ταπεινότητα και τη σοφία του αγίου, έκαναν άρση του αναθέματος προς τη Σερβική Εκκλησία [είχε επιβληθεί για κάποια χρόνια, επειδή το 1346 η Εκκλησία της Σερβίας είχε αυθαίρετα αποσχιστεί από το Πατριαρχείο και είχε ανακηρύξει τον εαυτό της σε πατριαρχείο – το οποίο από τότε αναγνωρίζεται ως κανονικό και υπάρχει ώς σήμερα (το site του)].
Μετά από θεϊκή αποκάλυψη ήρθε στη Ρουμανία όπου βρισκόνταν ένα μικρό ησυχαστήριο. Με τη βοήθεια του ηγεμόνα Βλάντισλαβ-Βλάικου Βόντα έχτισε στις όχθες του ποταμού Βόντιτσα ένα μοναστηρι αφιερωμένο στον Άγ. Αντώνιο τον Μέγα, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1369.
Έπειτα κοντα στον ποταμό Τισμάνα, όπου από τις αρχές του 14ου αιώνα ζούσαν πολλοί ασκητές, έχτισε τη φημισμένη Μονή Τισμάνα, την οποία αφιέρωσε στην Κοίμηση της Θεοτόκου και η οποία ακολουθούσε το αγιορείτικο τυπικό. Μαζεύοντας κοντά του μερικούς λόγιους μοναχούς, έφτιαξε στην Τισμάνα ένα σχολείο καλλιγραφίας και αντιγραφής εκκλησιαστικών βιβλίων ονομαστό σε όλη την Βαλκανική Χερσόνησο. Επίσης καθοδηγούσε πνευματικά όλα τα μοναστήρια που είχε φτιάξει και αλληλογραφούσε με ηγουμένους και μοναχούς από το Άγιον Όρος, τη Σερβία και τη Ρουμανία, όπως και με τον Άγ. Ευθύμιο, πατριάρχη Τίρνοβο.

Το σπήλαιο όπου ασκήτεψε ο Άγ. Νικόδημος της Τισμάνα

Όταν γέρασε εμπιστεύθηκε τη φροντίδα των μονών Τισμάνα και Βόντιτσα στον υποτακτικό του ιερομόναχο Αγάθωνα και ο ίδιος αποτραβήχθηκε σ’ ένα σπήλαιο κοντά στο μονστήρι, το οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα. Εκεί περνούσε την εβδομάδα με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή, ενώ την Κυριακή κατέβαινε στη μονή για να λειτουργήσει και νουθετήσει τους αδελφούς.
Αναφέρονται πολλά θαύματα του αγίου διά των προσευχών του, αλλά και αγγίζοντας οι ασθενεις το ράσο του. Μεταξύ εκείνων που θεράπευε αναφέρεται και η κόρη του βασιλιά Σιγισμούνδου, η οποία υπέφερε από επιληψία.
Εκοιμήθη στις 26 Δεκεμβρίου 1406 και τα λείψανά του τοποθετήθηκαν στην μονή. Δεν είναι γνωστό πότε ανακομίστηκαν τα άφθαρτα λείψανά του. Ένα μέρος αυτών βρίσκεται στη Σερβία. Ο δείκτης του δεξιού του χεριού βρίσκεται άφθαρτος στη Μονή Τισμάνα. (Άλλη πηγή – ένα βιβλίο των αρχών του 19ου αιώνα γραμμένο από τον ιερομόναχο Στέφανο – αναφέρει ότι τα λέιψανά του μεταφέρθηκαν κρυφά από σέρβους μοναχούς στο πατριαρχείο του Πεκίου όσο οι ρουμάνοι μοναχοί κρυβόνταν στο όρος Τσιοκλοβίνα εξαιτίας του Αυστρο-τουρκικού πολέμου.)

μετάφραση: www.proskynitis.blogspot.com

Δείτε εδώ τα μοναστήρια που έχτισε ο Άγ.Νικόδημος της Τισμάνα
Το ιστορικό της Μονής Τισμάνα (Αγγλικά)

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗ (+18 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

Ο Άγιος Δανιήλ ο Ησυχαστής γεννήθηκε τον 15ο αιώνα στο Ρανταούτσι της Μολδαβίας. Στα δέκα του χρόνια άρχισε να μαθαίνει τα ιερά γράμματα στη Μονή του Αγ. Νικολάου του Ρανταούτσι. Σύντομα έμαθε απ΄ έξω το Ψαλτήριο και το Ωρολόγιο. Διακρινόταν για την ταπείνωσή του, τη φύλαξη του νου του και την νηστεία του. Οι μοναχοί τον αγαπούσαν, αφού ωφελούνταν από την ταπείνωσή του. Μετά από πέντε χρόνια δοκιμασίας έγινε μοναχός και πήρε το όνομα του προφήτη Δαβίδ.

Μετά τη μοναχική του κουρά ενέτεινε τους ασκητικούς του αγώνες. Νήστευε,χωρίς να φάει τίποτα, μέχρι τη δύση του ηλίου. Πολλές φορές για εβδομάδες ολόκληρες τρεφόνταν μόνο με χόρτα.
Μετά από πολυετείς ασκητικούς αγώνες έγινε δοχείο του Αγ. Πνεύματος, έλαβε την ιερωσύνη και απέκτησε το χάρισμα της θαυματουργικής ιάσεως. Σύντομα έγινε ξακουστός πνευματικός και άνθρωποι πολλοί τον γύρευαν για να τους συμβουλεύσει και να τους θεραπευσει. Με την ευλογία του επισκόπου αποτραβήχθηκε στη Μονή του Αγ. Λαυρεντίου αλλά και εκεί τον αναζητούσαν πολλοί πονεμένοι χριστιανοί. Το πρωί έκανε την υπακοή του εξομολογώντας, ενώ τη νύχτα αγρυπνούσε, προσευχόνταν και έπλεκε καλάθια για την αδελφότητα.

Ο βράχος όπου ασκήτεψε ο Άγ. Δανιήλ ο Ησυχαστής

Αφού έλαβε το μεγάλο αγγελικό σχήμα [το μεγάλο σχήµα που μοιάζει µε πετραχήλι είναι μαύρο, κεντημένο µε κόκκινο ή άσπρες και χρωματιστές κλωστές. Πάνω του αναπαριστάνονται ο σταυρός του Κυρίου µε τη λόγχη και τον σπόγγο εκατέρωθεν και από κάτω µια νεκροκεφαλή. Αριστερά και δεξιά έχει σε συντομογραφίες τις επιγραφές – αναλυτικότερα εδώ], το 1450 με την ευλογία του ηγουμένου της Μονής του Αγ. Λαυρεντιου αποτραβήχθηκε στο δάσος στις όχθες του ποταμού Σέκου, εκεί που αργότερα χτίστηκε η φημισμένη Μονή Σιχαστρία.
Εδώ αγωνίστηκε 14 χρόνια ενώ αργότερα πήγε σ΄ενα δάσος κοντά στο ησυχαστήριο της Πούτνας. Με θεία καθοδήγηση ο όσιος έφτιαξε μια ξύλινη καλύβα στις όχθες του ποταμού Βισέουλ. Έπειτα, βρισκοντας εκεί κοντά έναν μεγάλο βράχο, έσκαψε μ’ ένα σκαρπέλο και έφτιαξε ένα κελάκι μέσα στο βράχο ίσα-ίσα που να χωράει. Δίπλα, μέσα στο βράχο, έφτιαξε έναν τόπο για να προσεύχεται. Σ’αυτόν το βράχο, που και σήμερα υπάρχει, ασκήτεψε ο όσιος είκοσι χρόνια.
Είχε το προρατικό και διορατικό χάρισμα, θαυματουργούσε και θαράπευε δαιμονισμένους. Ήταν ο πνευματικός πατέρας όλων των μεγάλων ησυχαστων της εποχής εκείνης στη Μολδαβία.
To 1451 τον επισκέφθηκε ο γιός του βοϊεβόδα Μπογκντάν, Στέφανος. Είχε ακούσει για τα θαύματά του και την αγία ζωή του και τον επισκέφτηκε για να εξομολογηθεί και να πάρει τη συμβουλή του σ’ αυτή τη δύσκολη καμπή της ζωής του. Ο μεγάλος ησυχαστής τον ευλόγησε και του είπε ότι αυτός θα γίνει ηγεμόνας της Μολδαβίας. Την άνοιξη του 1457 ο μετέπειτα Άγιος Στέφανος ο Μέγας έφτασε στο θρόνο της Μολδαβίας. Δεν έκανε τίποτα χωρίς να ζητήσει τη συμβουλή και την ευλογία του Αγίου Δανιήλ. Με τις προσευχές του αγίου κατάφερε να σώσει την εκκλησία του Χριστού και την Μολδαβία από τα χέρια των Τούρκων. Μετά τη πτώση του Βυζαντίου, για 50 χρόνια, πολέμησε τους Τούρκους με μεγάλη επιτυχία. Κέρδισε 47 μεγάλες μάχες και ύψωσε 48 εκκλησίες. Το 1466 με την προτροπή του αγίου έχτισε εκεί κοντά στο βράχο όπου ασκήτευε την φημισμένη μονή της Πούτνας προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Μετά το 1470 πήγε να μείνει στα δάση του Βορονέτς όπου και δημιούργησε μια μεγάλη ησυχαστική κίνηση, ανανέωσε την πνευματική ζωή των μονών και των σκητών της Μολδαβίας βγάζοντας μια γενιά από μεγάλους ησυχαστές και μεσίτες προς το Θεό.

ΜΟΝΗ VORONET

Το 1476 ο Άγ.Στέφανος ο Μεγας έχασε τη μάχη του Ραζμποιένι από τους Τούρκους. Πήγε στον γέροντά του και τον ρώτησε εαν θα πρέπει να παραδώσει τη χώρα στους Τούρκους.Εκείνος του απάντησε ότι θα κερδίσει τον πόλεμο,αλλά μετά τη νίκη του θα πρέπει να χτίσει στο Βορονέτς έναν ναό προς τιμήν του Άγ.Γεωργίου.Πράγματι,νίκησε τους Τούρκους και το 1488 έχτισε την περίφημη Μονή Βορονέτς (δες ΕΔΩ και ΕΔΩ) προς τιμήν του Αγ.Γεωργίου.
Ό Άγ. Δανιήλ ο Ησυχαστής εκοιμήθη το 1496. Στις αρχές του 17ου αιώνα οι μοναχοί της Μονής Βορονετς έβγαλαν από τον τάφο τα λείψανά του και τα τοποθέτησαν σε μια όμορφη λάρνακα. Στους Βίους Αγίων, τους οποίους συνέγραψε ο λόγιος μητροπολίτης Δοσίθεος μεταξύ 1682-1686, αναφέρει ο ίδιος ότι προσκύνησε τα άγια λείψανά του. Τα θαύματά του είχαν ακουστεί μεχρι το Κίεβο, την Πολωνία, την Τρανσυλβανία και το Άγιον Όρος απ’ όπου ερχόνταν για να τον προσκυνήσουν. Το 1775, όταν η βόρεια Μολδαβία (Μπουκοβίνα) κατελήφθη από τους Αυστριακούς, τα λείψανα του αγίου τοποθτήθηκαν ξανά στον τάφο όπου και διατηρούνται μέχρι σήμερα.
Η μνημη του εορτάζεται στις 18 Δεκεμβρίου.

Αγία Φιλοθέη του Άρτζες (με άφθαρτο λείψανο) +7 Δεκεμβρίου

Η Αγ. Φιλοθέη του Άρτζες γεννήθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα στην πόλη Τίρνοβο -στα νότια του Δούναβη- από γονείς απλούς και αγράμματους. Η μητέρα της προερχόνταν από το γένος των Βλάχων. Ήταν γυναικα πολύ πιστή και ελεήμων. Έμεινε ορφανή από μάνα από πολύ μικρή. Ο πατέρας της ασχολούνταν με την καλλιέργεια των χωραφιών. Είχε χριστιανική πίστη αλλά ήταν ανενέργητη. Μετά το θάνατο της γυναίκας του παντρεύτηκε μια γυναίκα άσπλαχνη και αλαζονική. Η μικρή Φιλοθέη δεν έλειπε ποτέ από το ναό, ήταν σιωπηλή, αγαπούσε πολύ τους φτωχούς και το Χριστό. Οι νηστείες της και οι καλωσύνες της εξόργιζαν την μητριά της. Υπέφερε πολλά από τη μητριά της υπομένοντας καρτερικά τις βρισιές και το ξύλο. Τίποτα όμως δε μπορούσε να την εμποδίσει από τις ελεημοσύνες της.

Η μητριά της τής είχε αναθέσει να παίρνει φαγητό στον πατέρα της που εργαζόνταν στο χωράφι. Εκείνη όμως το μοίραζε στους φτωχούς. Αυτό επαναλήφθηκε πιο πολλές φορές.
Μια φορά, παρακολουθώντας την ο πατέρας της για να δει τι κάνει με το φαγητό και βλέποντας την ελεημοσύνη της, με κτηνώδη θυμό όρμησε επάνω της και την χτύπησε αλύπητα μ’ένα τσεκούρι χωρίς να συλλογισθεί ποιο πλάσμα χτυπούσε. Η Αγ. Φιλοθέη παρέδωσε τότε την ψυχή της στο Θεό σε ηλικία 12 ετών. Ήταν 7 Δεκεμβρίου του 1218.
Προσπαθώντας ο φονιάς πατέρας να σηκώσει το σώμα της δε μπόρεσε, επειδή είχε γίνει πολύ βαρύ σαν ένας βράχος! Βλέποντας αυτό το θαύμα ειδοποίησε τον επίσκοπο του Τίρνοβο και μαζί με τον κλήρο πήγαν εκεί όπου κείτονταν η Αγία. Καταλαβαίνοντας ότι η θέλησή της ήταν να την πάρουν σ’ άλλον τόπο και όχι στο Τίρνοβο, άρχισαν να ονομάζουν όλα τα μοναστήρια και τις εκκλησίες που βρισκόνταν στα δεξιά και αριστερά του Δούναβη. Όταν μνημόνευσαν το όνομα του ναού του Αγ. Νικολάου της μονής Κουρτέα ντε Άρτζες, το σώμα της ελάφρυνε πολύ. Τότε κατάλαβαν που ήθελε να την πάνε.
Θυμιάζοντας το λείψανο, που ένα θείο φως το περιέβαλε, το πήραν στην εκκλησία του Τιρνόβο μέχρι να ειδοποιήσουν τον ηγεμόνα Ραντου Νέγκρου για το ποια ήταν η θέλησή της αγίας.

Τότε όλος ο κλήρος και ο λαός μαζί με τον ηγεμόνα Ράντου με δοξολογίες,λαμπάδες και θυμιατά μετέφεραν αυτό το θείο δώρο, το σώμα της αγίας, και το τοποθέτησαν στην εκκλησία Κουρτέα ντε Άρτζες στην πόλη Άρτζες της Ρουμανίας όπου άφθαρτο βρίσκεται μέχρι και σήμερα.

Η μνήμη της εορτάζεται στις 7 Δεκεμβρίου

ΠΕΝΤΕ ΑΓΙΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ-ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ »ΑΓΑΠΗΣ» ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ

Το 18ο αιώνα η Τρανσυλβανία ήταν υπό την κατοχή της Αψβουργικής αυτοκρατορίας. Οι καθολικοί για να ανακτήσουν ό,τι έχασαν από τους Προτεστάντες ξεκίνησαν μια επίθεση εναντίον της Ορθοδοξίας. Οι μέθοδοί τους βέβαια βασίζονταν στη βία και στη διπλωματία για να υποτάξουν τους ορθοδόξους, τους οποίους θεωρούσαν «καθυστερημένους».

Μέσω της ουνίας προσπαθούσαν να προσηλυτίσουν τους ορθόδοξους. Οι μεθόδοι γνωστες και οι οποίες βέβαια δεν έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα. Μπρος σ΄ αυτές τις »λεπτεπίλεπτες» μεθόδους (μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο 18ο αιώνα) που χρησιμοποιούσαν οι καθολικοί για να προξενήσουν ομαδικές απαρνήσεις της ορθοδοξίας δεν έλειψαν οι ομολογητές και οι μάρτυρες. Είτε μοναχοί, οι οποίοι δεν μπορούσαν να υποφέρουν τις ελλείψεις των ομόδοξων τους (μην ξεχνάμε ότι οι Ορθόδοξοι που δεν ασπάζονταν την ουνία ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας) και έδωσαν και τη ψυχή τους για να βοηθήσουν τον πλησίον τους και να ενισχύσουν την πίστη στα Τρανσυλβανικά εδάφη (όπως οι όσιοι ομολογητές Βησσαρίων και Σωφρόνιος), είτε θαρραλέοι ιερείς, οι οποίοι έκαναν ότι μπορούσαν για να προστατέψουν το ποίμνιο τους (όπως οι ιερείς ομολογητές Ιωάννης του Γκάλες και Μωυσής του Σιμπιέλ), είτε απλοί πιστοί, χωρικοί, που άφησαν τις οικογένειές τους και τα χωράφια τους, για να σαπίσουν στις φυλακές της »φωτισμένης, μοντέρνας και ανεπτυγμένης» αυτοκρατορίας των Αψβούργων (όπως ο άγιος μάρτυρας Όπρεα Μικλαούς).

[…]

Στις 21 Οκτωβρίου εορτάζεται η μνήμη των Αγίων Ομολογητών του Αρντεάλ. Των οσίων ομολογητών Βησσαρίωνα και Σωφρονίου, του αγίου μάρτυρος Όπρεα Μικλαούς και των αγίων ιερομαρτύρων Μωυσή από το Σιμπιέλ και Ιωάννου του Γκάλες.

Ο βίος του Αγίου Βησσαρίωνος

Ο Βησσαρίων Σαράι ήταν βλάχος καταγόμενος από τη σημερινή Βοσνία, ο οποίος αφού ταξίδεψε στους Αγίους τόπους και στο Άγιο Όρος έφτασε στο Κάρλοβατς, ενώ από εκεί ο Πατριάρχης των Σέρβων τον έστειλε στην Τρανσυλβανία για να κηρύξει ενάντια στην Ουνία. Διέσχισε όλη τη Τρανσυλβανία και κήρυξε παντού. Κάπου μεταξύ Σίμπιου και Σάλιστε τον συνέλαβαν. Μετά από ολοήμερες ανακρίσεις τον φυλάκισαν στην τρομερή φυλακή του Kufstein στις Τυρολικές Άλπεις όπου πέθανε ως ομολογητής της ορθοδοξίας.

Ο βίος του οσίου Σωφρονίου της Τσιοάρα

Ο μοναχός Σωφρόνιος είναι αυτός που κατά τα έτη 1759-1761 ήταν επικεφαλής της εξέγερσης ενάντια στις αψβουργικές αρχές, αλλά και ενάντια στην Ουνιτική Επισκοπή του Μπλαζ, η οποία πρωτοστατούσε στον πόλεμο ενάντια στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η καταγωγή του ήταν από την Τσιοάρα του νομού Άλμπα και ήταν έγγαμος κληρικός. Όταν έμεινε χήρος έφτιαξε μια σκήτη έξω από το χωριό Τσιοάρα, την οποία οι αρχές την κατέστρεψαν. Αυτό ήταν αιτία να ξεκινήσει έναν αγώνα που κράτησε δύο χρόνια. Οργάνωσε μια μεγάλη σύναξη Ορθόδοξων κληρικών και πιστών στην Άλμπα-Ιουλία ενόψει μιας μελλοντικής οργάνωσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εδώ πρέπει να θυμίσουμε ότι από το 1701 η Ρουμανική Ορθόδοξη εκκλησία της Τρανσυλβανίας δεν είχε επίσκοπο. Μετά από μία συνάντηση με τον στρατηγό Nicolaus Adolf Bucow, αυτόν που κατέστρεψε σχεδόν όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια, αποτραβήχτηκε στη Μουντένια. Πέθανε ή στη μονή Βιερόσι ή στη μονή Ρομπαια σε χρονολογία που δε γνωρίζουμε. Η σύνοδος της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τον ανακήρυξε άγιο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τους αγώνες του για την Ορθοδοξία.

Οι άγιοι Βησσσαρίων, Σωφρόνιος και Όπρεα
Ο βίος του αγίου μάρτυρος Όπρεα Μικλαούς

Καταγόταν από το Σάλιστε του Σιμπίου και έκανε πολλά ταξίδια στη Βιέννη για να ζητήσει από την αυτοκράτειρα Μαρία Τερέζα να παραχωρήσει στους Τρανσυλβανούς Ορθοδόξους χριστιανούς τα δικαιώματά τους. Σ’ ένα από τα ταξίδια του το 1752 συνελήφθη και πέθανε στις φυλακές του Kufstein ως ομολογητής της ορθοδόξου πίστεως.

Ο βίος του αγίου ιερομάρτυρος Μωυσή του Σιμπιέλ

Ανακηρύχτηκε άγιος από τη Σύνοδο της Ρουμανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1992 μαζί με τον άγιο μάρτυρα ΄Οπρεα Μικλαους. Ήταν έγγαμος ιερέας από το χωριό Σιμπιελ και γνωρίζουμε ότι ταξίδεψε στη Βιέννη, ενώ πέθανε κι αυτός στις φυλακές του Kufstein.

Βίος του Αγίου ιερομάρτυρος Ιωάννου του Γκάλες

Ήταν έγγαμος ιερέας και ανέλαβε δράση τα έτη 1756-1757 διασχίζοντας όλη την Τρανσυλαβανία και μαζεύοντας υπογραφές από τους πιστούς του Αρντεάλ ζητώντας ίσα δικαιώματα για τους Ορθοδόξους και την ελευθερία της Ορθοδόξου πίστεως.
Συνελήφθη στο Γκρατζ, στου οποίου τις φυλακές πέθανε. Γνωρίζουμε ότι μετά από 24 χρόνια κράτησης τον επισκέφθηκαν κάποιοι Ρουμάνοι έμποροι από το Μπράσοβ, οι οποίοι επισκεπτόμενοι το Γκρατζ για τις δουλειές τους άκουσαν ότι εδώ και πολλά χρόνια βρίσκεται στις φυλακές ένας ορθόδοξος ιερέας.

Είχε μια συνομιλία μαζί τους όπου ο Αγ. Ιωάννης τους ομολόγησε ότι υποφέρει για το Χριστό και την Ορθόδοξη πίστη 24 χρόνια , μένοντας σταθερός στην πίστη του [δες πολύ ενδιαφέρον σχετικό post].

πηγή: www.agnos.ro

ΔΥΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΜΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Mε τον Οσιο Ιωαννη Κασσιανό [μεγάλος Πατέρας και πνευματικός διδάσκαλος της Ορθοδοξίας, που αξίζει να διαβάσεις το βίο του] μπορείς να συναντηθείς στις δυο αντίθετες πλευρές της Ευρώπης,στην Μασσαλία, όπου βρίσκονται και τα λείψανά του, στο μοναστήρι του Αγίου Βίκτωρος, που ο ίδιος ίδρυσε, και στην Κωνστάντσα, στο νομό Ντομπροτζέας, όπου -στο μέρος που γεννήθηκε- βρίσκεται το σπήλαιό του, ένα μοναστήρι που τιμάται στο όνομά του και ένα χωριό -Casian- με τ’όνομά του.

Τα λέιψανα του Οσίου Κασσιανού
Η μονή του Αγ.Βίκτωρος στη Μασσαλία όπου βρίσκονται και τα λείψανά του
Η μονή του Όσίου Κασσιανού στην Κωνστάντσα

http://www.ioancasian.ro/

To σπήλαιο του Οσίου Κασσιανού
Η είσοδος του σπηλαίου

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΘΑΥΜΑΣΤΗΣ ΕΥΡΕΣΗΣ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΑΡΧΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΤΟΥ ΜΠΡΑΖΙ

Ο άγιος ιεράρχης Θεοδόσιος του Μπράζι ήταν μητροπολίτης Μολδαβίας και πέθανε ως μάρτυρας όταν οι Τατάροι ήρθαν στην σκήτη Μπράζι, το 1694. Οι Τατάροι τον βασάνιζαν για να μάθουν πού είναι κρυμμένα τα κειμήλια της σκήτης και όταν αρνήθηκε να τους πει τον αποκεφάλισαν. Ανακηρύχθηκε άγιος από τη Ρουμανική Ορθόδοξη εκκλησία το 2003 και η μνήμη του εορτάζεται στις 22 Σεπτεμβρίου.
Κατά τη διάρκεια της ταραγμένης ιστορίας της Μολδαβίας τα άγια λείψανα του μητροπολίτου Θεοδοσίου βρέθηκαν κατά τρόπο θαυμαστό, χάθηκαν και ξαναβρέθηκαν στις μέρες μας.
Η πρώτη εύρεση των λειψάνων έγινε το 1842, με αυτόπτη μάρτυρα τον Άγ. Αντύπας του Καλαποντέστι, ο οποίος τότε ήταν δόκιμος μοναχός. Ας δούμε τι μας διηγείται:
«Πριν ο αρχιμανδρίτης Δημήτριος γίνει ηγούμενος στη Μονή Μπράζι έζησε σκληρή ασκητική ζωή σ’ ένα μεγάλο δάσος, όπου κατά θαυμαστό τρόπο βρήκε θαμμένο ένα δοχείο με χρυσά νομίσματα. Στο δοχείο βρήκε και μια σημείωση όπου έλεγε ότι αυτά τα χρήματα είναι του Θεοδοσίου, ο οποίος τα είχε κρύψει προβλέποντας το μαρτυρικό του τέλος στα χέρια των Τατάρων. Ακόμη έλεγε ότι όποιος τα βρει είναι υποχρεωμένος να χτίσει μια μονή και τρεις σκήτες και ότι όταν τελειώσει την τρίτη σκήτη θα βρεθούν τα λείψανά μου.

Γνωστοποιώντας αυτό το θαυμαστό γεγονός στο Μητροπολίτη Ιασίου ο Δημήτριος παίρνει ευλογία να εκπληρώσει την τελευταία επιθυμία του μακαρίου μητροπολiτου. Έχτισε μια μεγάλη εκκλησία και αφού τελείωσε και την τρίτη σκήτη αποφάσισε να σκαφτεί στον κήπο για να ετοιμάσει ένα δικό του μνημα. Επειδή όμως ο λάκκος που είχε διατάξει να σκάψουν καταστρέφονταν αποφάσισε να είναι και ο ίδιος παρών όταν θα σκάψουν. Σκάβοντας βρήκαν το φέρετρο με τ’ άγια λείψανα. Αξιώθηκα να τα δω με τα ίδια μου τα μάτια και να τα προσκυνήσω, ενώ ανέδιδαν μια εξαίσια ευωδία.
Στις 6 Μαΐου 1842 το λείψανο του Αγίου θάφτηκε στο υπόγειο παρεκκλησίου. Το κεφάλι του αγίου φυλάγονταν στο Άγιο Βήμα της μονής μέχρι το κλείσιμό της από τους κομμουνιστές.
Οι ντόπιοι θυμούνται ότι στην ανατολική πλευρά έβλεπαν τις νύχτες ένα μπλε φως και όλοι σκέφτονταν ότι εκεί κρύβεται κάτι πολύτιμο. Μετά το 1989 όταν η σκήτη ξανάνοιξε, σκάβοντας στο υπόγειο παρεκκλήσιο, στις 30 Μαρτίου 2000 βρέθηκαν τα λείψανα του Αγίου Ιεράρχου Θεοδοσίου μητροπολίτου Μολδαβίας.

***
Σημείωση του blog μας

Με αυτό το post πήρατε μια μικρή γεύση από τη ζωή κάποιων μεγάλων αγίων της Ορθόδοξης Ρουμανίας. Πολλούς ακόμη Ρουμάνους αγίους αξίζει να δείτε εδώ.
Στο blog μας μπορείτε να δείτε ένα εκτεταμένα αφιέρωμα σε συγκλονιστικές περιπτώσεις σύγχρονων αγίων μαρτύρων από τη Ρουμανία (εδώ), αλλά και το βίο της αγίας Ντανιέλας από το Βουκουρέστι, που κακοποιήθηκε από τον πατέρα της μέχρι θανάτου επί σειρά ετών, μέχρι το 2004 (και εδώ στα ρουμάνικα).

Λείψανο άγνωστου αγίου νεομάρτυρα της Ρουμανίας, που ανάβλυσε μύρο στις 19 Μαρτίου 2009, 2010 και 2011 στο θέατρο Λουτσεάφαρουλ του Ιάσιου (λεπτομέρειες εδώ).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: