«Βασανίστε τον!»

«Βασανίστε τον!»

«Δεν υπήρξε βασανιστήριο, σωματικό ή ψυχολογικό, που να μη χρησιμοποιήθηκε σ’ εκείνο το μέρος».

Ρουμάνοι νεομάρτυρες και ομολογητές επί κομουνισμού

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

«Δεν είναι λοιπόν τυχαίο πως κανείς πραγματικά σκεπτόμενος άνθρωπος δεν μπορεί να ασπασθεί τον ευφορικό τούτο αθεϊσμό σήμερα. Μετά μάλιστα τις εκατοντάδες εκατομμύρια νεκρών που προκάλεσε και συσσώρευσε ο στρατευμένος αθεϊσμός του 20ού αιώνα (εκατό εκατομμύρια νεκροί μόνον στη Σοβιετική Ένωση κατά τα σοβιετικά αρχεία – άθεοι σαν τον Στάλιν, τον Χίτλερ, τον Πολ Ποτ, τον Μάο και άλλους κατάργησαν στην κυριολεξία την έννοια του εγκλήματος, προκαλώντας τον θάνατο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων «για το καλό της ανθρωπότητας») είναι δύσκολο για οποιονδήποτε μη παντελώς ενδεή φρενών να συμμερισθεί τον ενθουσιασμό των κηρύκων της γενικής ευτυχίας που δήθεν θα ερχόταν με την εξορία του Θεού».

(π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Οι τρόμοι του προσώπου και τα βάσανα του έρωτα, Αρμός 2009, σελ. 123-124).

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ ΤΟΥ BLOG ΜΑΣ: Ο σκοπός αυτού του άρθρου (το οποίο ανεβάζω με δέος) είναι καθαρά πνευματικός και ΚΑΘΟΛΟΥ πολιτικός. Εύχομαι να έχεις την ευλογία των αγίων που αναφέρονται εδώ (πολλοί ανώνυμα) και να συχωρεθούν οι ψυχές των βασανιστών και των δημίων.

Μάρτυρες = εκείνοι που πέθαναν για το Χριστό. Ομολογητές = εκείνοι που βασανίστηκαν, αλλά δεν πέθαναν & τελικά ελευθερώθηκαν, χωρίς να έχουν αρνηθεί την πίστη τους.

Υπάρχει και 2ο μέρος, εδώ.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Το Πιτέστι – Η κόλαση στη γη
π. Γκεόργκε Καλτσίου-Ντουμιτρεάσα: ο «προσωπικός εχθρός» του Ν. Τσαουσέσκου
π. Γεράσιμος Ίσκου: πέθανε μαζί με το δήμιό του
π. Ιουστίνος Πίρβου: μια ζωή αφιερωμένη στο Χριστό
Αυτοβιογραφική ομολογία του συγγραφέα Ιωάννη Ιανολίδε
«Ένας άνθρωπος, στον οποίο ζούσε ο Χριστός» (Άγιος Βαλέριος Γκαφένκου)
π. Αρσένιος Παπατσιόκ: ο Γέροντας του πόνου και της ταπείνωσης
Επίλογος

Α΄
Το Πιτέστι – Η κόλαση στη γη

ΒΑΤΟΠΑΙΔΙ


Βασανιστήρια χριστιανών στο Πιτέστι (λεπτομέρεια από εικόνα που θα δείτε πιο κάτω).
Στο Πιτέστι η «Αναμόρφωση» δε θα κάρπιζε τόσο πολύ, αν πρωτύτερα δεν πραγματοποιούνταν μερικές προϋποθέσεις: η τρομοκρατία, η απομόνωση, η επίπληξη, η ανευθυνότητα.

Η πείνα έκανε τους υπό αναμόρφωση νέους, σκελετούς. Η καθημερινή μερίδα φαγητού δεν έφτανε ούτε τις 800 θερμίδες. Τους προσφέρονταν σούπες με 20-30 σπόρους πλιγούρι, 10-15 σπόροι φασόλια, 7-8 λαχανόφυλλα και κάποτε σούπες με απλό βραστό νερό στο οποίο έπλεαν 2-3 αστερίσκοι λαδιού. Το ψωμί ήταν 250 γραμμαρίων ή ένα μεγάλο στρογγυλό καρβελάκι των 350 γραμμαρίων, ανάλογα. Το πρωΐ μας έδιναν βραστό νερό με μυρωδιά καμένης ζάχαρης. Όλοι οι κρατούμενοι είχαν δυστροφία, κι όμως στα μάτια τους έκαιγε πιο δυνατά το φως των δυνατών ψυχών τους.

Στήν φυλακή Πιτέστι ξεκίνησε η τρομερή «Aναμόρφωση» (Πλύση εγκεφάλου). Αυτή η φυλακή προοριζότανε, σύμφωνα μέ τά σχέδια τών κομμουνιστών, γιά τούς φοιτητές. Οι κομμουνιστές σκόπευαν τήν εξόντωση τής χριστιανικής νεολαίας. Τήν περίοδο 1948-1951 σ’αυτήν τήν φυλακή περισσότερο από 4-5 χιλιάδες φοιτητές υπέστησαν τήν «αναμόρφωση».

Όλες οι οικογενειακές επαφές κόπηκαν, σταμάτησαν και όλες οι συναναστροφές. Δεν υπήρχε ούτε χαρτί, ούτε μολύβι, ούτε βιβλίο. Απαγορευόταν να κοιτάξεις προς το παράθυρο, παρόλο που ήταν σκεπασμένο με σανίδες. Σ΄ ένα κρατητήριο των 2×4 μέτρων ήταν στοιβαγμένοι 7 μέχρι 12 κρατούμενοι, ώστε να τρελαθείς τελείως από τη σκληρή αυτή ομαδική απομόνωση. Οι στοιβαγμένοι κρατούμενοι ζούσαν, φυσικά, σε φοβερή αποπνικτική ατμόσφαιρα.

Στο άνοιγμα της πόρτας οι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να σηκώνονται όρθιοι, να βγάζουν το σκούφο τους και να χαιρετούν το δεσμοφύλακα με τις λέξεις: «Να ζήσεις»! Στο κλείσιμο της πόρτας έπρεπε να λένε όλοι: «Ζήτω η δόξα της Λαϊκής Δημοκρατίας».

Για 17 ώρες έπρεπε ν΄ αγρυπνούν, μή έχοντας το δικαίωμα να νυστάξουν ή να ξαπλώσουν. Δεν επιτρεπόταν να υπάρχει ένα συστηματικό πρόγραμμα συζητήσεων. Κουβέντιαζαν ψιθυριστά. Απαγορευόταν κάθε δουλειά ή απασχόληση. Δεν μπορούσαν να ράψουν ούτε μία πατσαβούρα.

Σ’ αυτό το κελλί-δεσμωτήριο έτρωγαν, κοιμούνταν, πλένονταν και έκαμναν όλα τα άλλα. Ο αέρας είχε αφόρητη μυρωδιά και πολλή σκόνη. Η βόλτα στην αυλή επιτρεπόταν ανά πέντε-έξι μήνες, μόνο για λίγα λεπτά και στη συνέχεια ακολουθούσαν τιμωρίες με ξύλα. Αν όμως ένας κρατούμενος πήγαινε έξω από το κρατητήριο, του φορούσαν μαύρα γυαλιά, ώστε δεν έβλεπε τίποτε. Το μπάνιο γινόταν ανά δύο εβδομάδες.

Απαγορευόταν αυστηρώς κάθε επαφή μεταξύ των κρατητηρίων. Ανάμεσα στους κρατουμένους είχαν μπει και αρκετοί πράκτορες του Κόμματος για πληροφοριοδότες. Δεν μπορούσε να συνομιλήσει κανείς με τους φύλακες. Επιθεωρήσεις γίνονταν σπάνια και παραδέχονταν οι επιθεωρητές με χαρά ότι οι επιβληθείσες τιμωρίες γίνονταν με πρέπουσα σκληρότητα. Η ιατρική περίθαλψη είχε απαγορευθεί. Ο γιατρός είχε μετατραπεί σε τραμπούκο. Οι δεσμοφύλακες έκαναν την οποιαδήποτε αυθαιρεσία.

Εκτός από τον ξυλοδαρμό, βασανίζονταν και με τον εγκλεισμό τους σε μπουντρούμι. Το μπουντρούμι ήταν στο υπόγειο του δεσμωτηρίου. Τα παράθυρα ήταν κλεισμένα και μέσα ήταν πηκτό σκοτάδι. Στο πάτωμα υπήρχαν μεγάλες ποσότητες ανθρωπίνων κοπράνων, και έμοιαζε μ΄ ένα βρομισμένο βάλτο, όπου δεν υπήρχε ούτε μία λωρίδα ξηρού και καθαρού τόπου. Οι τοίχοι ήταν υγροί. Το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα.

Ένα από τα πρώτα βάσανα στην «Αναμόρφωση» ήταν το ξύλο. Οι «αναμορφωτές» κτυπούσανε συνέχεια, μέχρι εξαντλήσεως, χρησιμοποιώντας διάφορες μεθόδους, τους άλλους πολιτικούς κρατουμένους πού έπρεπε να «αναμορφωθούν».

Επί πλέον, λόγω μιας πολύ παράξενης ακουστικής, το μπουντρούμι αυτό επηύξανε υπερβολικά ακόμη και τους πιο μικρούς θορύβους: Αν κάποιος μιλούσε με κανονική φωνή, γινόταν μέσα ένας εκκωφαντικός θόρυβος που έκανε να αντιβουίζουν οι τοίχοι και να δονείται όλος ο αέρας.

Εδώ μεταφέρονταν οι νεαροί «κερατάδες», ομάδες-ομάδες, συνήθως γυμνοί και ξυπόλυτοι. Αντί τροφής, τους δινόταν μια κουτάλα με καυτό, αλμυρό νερό. Συνήθως πριν να έλθουν στο μπουντρούμι, έπαιρναν ένα δυνατό μαστίγωμα.

Γνωρίζω ανθρώπους που έκαναν, σταδιακά, πάνω από 60 μέρες στην κάβα-μπουντρούμι μέσα σε τέτοιες συνθήκες. Τρεις μέρες στην κάβα ήταν το ελάχιστο και έφτανε μέχρι 8-10 μέρες, δηλαδή μέχρι την κατάπτωση και το πέσιμο στον βάλτο. Όταν οι τιμωρημένοι επαναφέρονταν στα δωμάτια, ήταν άρρωστοι και αγνώριστοι. Σχεδόν όλοι οι κρατούμενοι πέρασαν την κάβα του Πιτέστι. Όλες αυτές οι μέθοδοι έξουδενώσεως και θανατώσεως επιβάλλονταν με τη σιωπηρή έγκριση της Εξουσίας.

Η σύμβαση Ποπίκ-Τσουρκάνου από την Σουτσεάβα

Οι προετοιμασίες για τη μύηση της «αναμόρφωσης» στο Πιτέστι έγιναν στο δεσμωτήριο της Σουτσεάβας. Εδώ ο συνταγματάρχης Ποπίκ της Ασφάλειας του Κράτους -ένα ψεύτικο όνομα, διότι δεν ξέρουμε πως λεγόταν πριν ή αργότερα- στρατολόγησε από τους κρατουμένους τον άνθρωπο που χρειαζόταν. Ήταν ο Μπογδανοβίτσι, ένας νεαρός από την Αδελφότητα του Σταυρού. Ήταν έξυπνος, ενεργητικός, φιλόδοξος και χαρισματικός, αλλά με ένα ασταθές ηθικό υπόβαθρο, το οποίο τον έκανε να υποχωρεί εύκολα σε συμβιβασμούς.

Ο Ποπίκ άρχισε μέσω του Μπογδανοβίτσι το έργο της «αναμόρφωσης» των πολιτικών κρατουμένων. Ήταν, στην άρχή, μια ρητορική ζωντανή συζήτηση. Ονομαζόταν μαρξιστική-λενινιστική διδασκαλία. Ταυτόχρονα κατακρινόταν το φασιστικό, αστικό και θρησκευτικό παρελθόν. Αλλά οι κρατούμενοι δεν τον δέχτηκαν τον Μπογδανοβίτσι και τον κατηγόρησαν για προδότη. Μερικοί τον απείλησαν και μετά υπέφεραν πάρα πολύ. Ωστόσο τα αποτελέσματα μαζί του δεν ήταν ικανοποιητικά. Τότε ο Ποπίκ βρήκε ένα άλλο «εργαλείο» πιο ικανό: Τον Τσουρκάνου Ευγένιο.

Κι αυτός ήταν ένας νεαρός που είχε περάσει λίγες εβδομάδες από την Αδελφότητα του Σταυρού. Το 1945 μπήκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, κρύβοντας ότι στο παρελθόν ήταν Σταυραδελφός. Ο Τσουρκάνου ζήτησε από τον Μπογδανοβίτσι, το συνάδελφο του να ξεχάσει αυτό το κομμάτι της ζωής του, αλλά ο Μπογδανοβίτσι το είπε όταν συνελήφθη το 1940. Εν τω μεταξύ, ο Τσουρκάνου αναδείχθηκε στο κόμμα, προωθήθηκε στη διπλωματία και ήταν μια μεγάλη ελπίδα των κομμουνιστών. Όμως καταδόθηκε, συνελήφθη και καταδικάστηκε, διότι δεν ήταν «ειλικρινής» με το κόμμα. Μετά απ΄ αυτό μισούσε θανάσιμα τον Μπογδανοβίτσι και όλους τους εχθρούς του κόμματος. Ήθελε ν΄ αποδείξει την αυταπάρνησή του για το κόμμα, ήθελε να ικανοποιήσει τους υπερήφανους πόθους του, ήθελε να εκδικηθεί.

-Θα περάσω επάνω από πτώματα, έλεγε, αλλά θα ξαναδώ την οικογένειά μου και θα προαχθώ στη σταδιοδρομία μου!

Αυτός ο άνθρωπος ήταν έξυπνος, με ισχυρή βούληση, φιλόδοξος, σκληρός και βάναυσος. Έπασχε από μια υπερτροφική φιλαυτία. Και αποδείχτηκε, όπως θα δούμε παρακάτω, ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για το συνταγματάρχη Ποπίκ.

Το έτος 1949 ο Τσουρκάνου, ο Μπογδανοβίτσι και άλλοι φοιτητές από την Σουτσεάβα μεταφέρθηκαν στο Πιτέστι. Οι κομμουνιστικές Αρχές έβγαλαν το συμπέρασμα ότι διά της μεθόδου της πειθούς δεν μπορούν να νικήσουν την ψυχική δύναμη των Ρουμάνων νέων. Συνεπώς, καθιερώθηκε ένας νέος τρόπος «αναμορφώσεώς» τους, διά των βασάνων.

Τυφλή υποταγή ή εξουθένωση


Η φυλακή Πιτέστι

Μόλις έφτασε στο Πιστέστι ο Τσουρκάνου, ανέλαβε «υπεύθυνη» εργασία. Στρατολόγησε γρήγορα άλλους δύο τραμπούκους για βοηθούς του, με την υπόσχεση ότι θα αποφυλακιστούν, και σ΄ ένα δωμάτιο, όπου ήταν 25-30 νεαροί, ζήτησε να δηλώσουν όλοι ότι ξεχνούν το παρελθόν τους και γίνονται άνθρωποι του καθεστώτος. Αλλά όχι έτσι όπως έκανε ο Μπογδανοβίτσι. Έπρεπε ν΄ αποδείξουν έμπρακτα την αφοσίωσή τους. Θα ήταν λοιπόν όλοι καλεσμένοι να πολεμούν από εδώ και πέρα για να καταστρέφουν τους «κερατάδες» με οποιαδήποτε μέθοδο.

Όμως οι κρατούμενοι οργίσθηκαν από την αυθάδεια του Τσουρκάνου και τον «στόλισαν» για τα καλά. Του είπαν πως είναι προδότης, άνανδρος, λιπόψυχος, κομμουνιστής, θηρίο, δολοφόνος!

Ο Τσουρκάνου τότε, και οι ακόλουθοι του, έδωσαν τη δική τους απάντηση. Έβγαλαν τα ρόπαλα και άρχισαν να χτυπούν δεξιά και αριστερά, τυφλά και αμείλικτα. Το πλήθος, όμως αντέδρασε με βία, σε μια νόμιμη άμυνα, και οι τρεις μαντατοφόροι της «αναμόρφωσης» δέχτηκαν τις γροθιές και τα ποδοπατήματα των κρατουμένων. Ο Τσουρκάνου χτύπησε τότε την πόρτα και ζήτησε τη βοήθεια της διοίκησης. Είναι γεγονός ότι ο διευθυντής, η Ασφάλεια του Κράτους και πολλοί δεσμοφύλακες περίμεναν κιόλας στην πόρτα.

-Να ζήσετε! είπε ο Τσουρκάνου. Σας αναφέρουμε ότι εδώ έγινε μια αντεπαναστατική και εγκληματική ομαδική ανταρσία και, αν εμείς δεν αντιστεκόμασταν, θα δραπέτευαν οι κρατούμενοι.

Προσπάθησαν οι κρατούμενοι να πάρουν το λόγο, αλλά σκεπάστηκαν τα στόματά τους με τις γροθιές. Οι τραμπούκοι τους ξυλοφόρτωσαν, τους έσπασαν τις πλευρές τους με τα ρόπαλα, καταπάτησαν τα σώματα τους με τις μπότες. Οι δεσμοφύλακες και οι «αναμορφωμένοι» ξυλοκοπούσαν όλη τη μέρα εκείνους τους άτυχους και απροστάτευτους νεαρούς. Ύστερα τους έκλεισαν πάλι στις φυλακές και τους μήνυσαν:

-Αν τολμήσει κάποιος ν΄ αντισταθεί στη διαδικασία της «αναμόρφωσης», θα δολοφονηθεί!

Η επίπληξη ήταν πολύ μεγάλη, τρομακτική. Καταλάβαιναν και δεν καταλάβαιναν τί γίνεται. Ο Τσουρκάνου θριάμβευε απειλητικός. Οι φοιτητές αισθάνονταν αβοήθητοι. Δεν υπήρχε διέξοδος, δεν είχαν σε ποιόν να απευθυνθούν. Έπρεπε να εκλέξουν: τυφλή υποταγή ή εξουθένωση.

Βάσανα του πνεύματος

Οι κρατούμενοι αναγκάζονταν να λένε βλασφημίες ή να κάνουν πράγματα πού να προσβάλουν την αγιότητα τού Θεού. Βλέπουμε στην παραπάνω εικόνα: όλη την Μεγάλη Εβδομάδα μερικοί κρατούμενοι (από αυτούς που αγαπούσαν πολύ τον Θεό) αναγκάστηκαν να περπατάνε γονατιστοί, έχοντας στην πλάτη τους «σταυρούς» από παλαιοσκούπες. Ενώ αυτοί ήταν γονατιστοί, οι αναμορφωτές τραγουδούσαν τις πιο άσχημες πορνογραφίες πάνω στην μελωδία των Εγκωμίων τής Μεγάλης Παρασκευής. Τα λόγια τους ήταν φοβερές βλασφημίες.

Ύστερα γύρω στον Τσουρκάνου μαζεύτηκαν εθελοντικά 10-15 τραμπούκοι, μεταξύ των οποίων ήταν και δύο Εβραίοι. Αυτός ο μικρός πυρήνας διέπραξε μεγάλες φρικαλεότητες στο Πιτέστι, διότι τους είχαν υποσχεθεί την ελευθερία. Ονειρεύονταν λοιπόν ότι θα γίνουν συνταγματάρχες της Ασφάλειας του Κράτους και ταυτίζονταν, κατά κάποιο τρόπο, με τον κινητήρα της πιο θερμής επαναστατικής πράξης.

Ο θάλαμος 4 του Νοσοκομείου

Οι βασανιστές είχαν ώς έδρα τους το θάλαμο 4 του Νοσοκομείου. Ήταν ένας μεγάλος θάλαμος, μέσα στον οποίο χωρούσαν εκατοντάδες άνθρωποι. Τριγύ­ρω είχε ξύλινα κρεβάτια και στο κέντρο του υπήρχε έ­να είδος ρινγκ, πολύ κατάλληλο για τη διαδικασία της «αναμόρφωσης».

Οι τραμπούκοι άρχισαν τα βασανιστήρια χωρίς σύστημα, αλλά με άγριο δάρσιμο, για «ξεπάτωμα». Μπαίναμε στα βασανιστήρια με τη σειρά, ανά 15-20 θύματα, στο κέντρο του δωματίου, ενώ οι άλλοι κρατούμενοι ήταν καθισμένοι σε «θέση διαλογισμού», δίπλα στα ξύλινα κρεβάτια, με τα χέρια στα γόνατα, χωρίς να έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ή να μιλήσουν. Μια ομάδα τραμπούκων έκαναν αστυνομικά μπλόκα γύρω γύρω στα κρεβάτια και κοπανούσαν δυνατά κάθε μικρή αντίδραση των θυμάτων και με καθορισμένες διαταγές.

Οι τραμπούκοι ονομάζονταν «κύριοι» και τα θύματα ήταν «κερατάδες», που υβρίζονταν, δέχονταν εμπαιγμούς, εξευτελισμούς με τους πιο ελεεινούς και φοβερούς τρόπους. Για να είναι ο εξευτελισμός πιο μεγάλος, τα θύματα ήταν γυμνά.

Τη νύχτα κοιμούνταν με το πρόσωπο ακάλυπτο και τα χέρια βγαλμένα έξω από την κουβέρτα, διότι οι περισσότεροι προσπάθησαν κρυφά, κάτω από την κουβέρτα, ν΄ αυτοκτονήσουν -αλλά το δικαίωμα να πεθάνεις, απαγορευόταν. Επιδιωκόταν η ψυχική θανάτωση, για να επιτευχθεί η μαρξιστική-λενινιστική αναδιάρθρωση.

Στην πρώτη περίοδο μια ομάδα απελπισμένων νεαρών όρμησαν με τα χέρια και τα κεφάλια τους προς τα παράθυρα, αλλά δεν πρόλαβαν να αυτοκτονήσουν. Μετά, που θεραπεύθηκαν από τις πληγές τους, μπήκαν στη σειρά.

Διάφορες μαρτυρίες για βασανιστήρια

Εφαρμόσθηκαν όλα τα συστήματα βασανιστηρίων.

Το πιο συχνό ξυλοκόπημα γινόταν με γροθιές και με το ρόπαλο. Οι τραμπούκοι είχαν γίνει μεγάλοι αριστοτέχνες στο να μαστιγώνουν στα πιο ευαίσθητα σημεία του σώματος. Το αίμα που κυλούσε τους εξαγρίωνε περισσότερο. Τους είχαν ξεσκίσει πλευρές, κόκκαλα, ραχοκοκκαλιά. Έβλεπες σπασμένα κεφάλια, βγαλμένα μάτια, κατεστραμμένα τύμπανα.

Ένα νεαρό τον σταύρωσαν με σχοινιά και με δύο καρφιά στον τοίχο. Κατόπιν τον χτύπησαν στο συκώτι μέχρι που πέθανε. Ο Τσουρκάνου τον κατέβασε με φτυσίματα από τον τοίχο και τον έσυρε έξω, όπου οι Αρχές και ο διευθυντής υπέγραψαν το πρωτόκολλο του θανάτου, λόγω καρδιακής προσβολής.

Σ΄ έναν άλλο δόθηκε αλμυρό νερό να πιει και πέθανε με φοβερούς πόνους. Πολλούς άλλους τους ξερίζωναν τα νύχια. Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε η κινεζική σταγόνα, δηλαδή η στάλα που έπεφτε στο κεφάλι των θυμάτων μέρα νύχτα, μέχρι που τρελαίνονταν. Πολλούς τους κτυπούσαν με το ρόπαλο και τους στούμπιζαν τα πλευρά και το πρόσωπο μέχρι να λιποθυμήσουν. Όσο πιο γνωστό τους ήταν το θύμα, τόσο πιο οδυνηρή ήταν η ένταση των βασάνων.

Άλλη μέθοδος ήταν η στοίβα. Σχημάτιζαν μια στοίβα ανθρώπων, όπως κάνουν τις ξύλινες στοίβες στα δάση, και κατόπιν οι τραμπούκοι ανέβαιναν επάνω και χόρευαν και κοπανούσαν τα θύματα τους, που ούρλιαζαν από τον πόνο, αν και απαγορευόταν να φωνάξεις ή να αναστενάξεις. Εκείνοι λοιπόν που έβγαζαν κραυγές, τιμωρούνταν. Ακόμη έφραζαν τα στόματα τους με βρόμικα κουρέλια, με τα οποία έπλεναν τις τουαλέτες.

Ο Τσουρκάνου είχε τη φιγούρα του λιονταριού: Ξάπλωνε στο ξύλινο κρεβάτι ένα θύμα, καθόταν δίπλα του και άρχιζε βαθμιαία να το πνίγει. Γνώριζε τόσο καλά τις αντιδράσεις των ανθρώπων, ώστε κανόνιζε να κάνει τόσες κινήσεις πνιγμού, όσες αυτός θεωρούσε αναγκαίες μέχρις ότου ο άνθρωπος λιποθυμήσει. Μεταξύ των πρώτων θυμάτων ήταν και ο Μπογδανοβίτσι, τον οποίο ο Τσουρκάνου τον θεωρούσε προσωπικό του αντίπαλο.

Κάποιος είχε παρατηρήσει ότι σε χρονιάρες και σε νηστήσιμες μέρες (την Παρασκευή ιδιαιτέρως) οι «αναμορφωμένοι» ήταν πιο δαιμονισμένοι. Για να πούμε όμως την αλήθεια, δεν υπήρχε καμιά στιγμή ανάπαυσης. Αν δεν ήσουν βασανιζόμενος, τότε ήσουν θεατής στα βάσανα των άλλων.

Πολλοί ξυλοκοπήθηκαν με λεπτά ρόπαλα στα αχαμνά τους και μερικοί απ΄ αυτούς πέθαναν κατόπιν. Άλλους τους ξερρίζωσαν τα μαλλιά τρίχα τρίχα. Τα δόντια τους πηδούσαν από το στόμα τους σαν φασόλια. Άλλους τους κρέμασαν με τα πόδια επάνω και το κεφάλι κάτω, και τους βασάνιζαν. Ούτε η γλώσσα τους δε γλύτωσε από τα βάσανα.

Ήταν γνωστή η περίπτωση ενός νεαρού ο όποιος είχε βυθισθεί με το κεφάλι τόσες φορές στην τουαλέτα ώστε έπαθε μια ψυχωτική άθλια κατάσταση: κάθε μέρα πήγαινε μόνος του, σε μια συγκεκριμένη ώρα, και βύθιζε το κεφάλι του στην τουαλέτα, ενώ το πλήθος χαχάνιζε.

Ένας άλλος νεαρός είχε ομολογήσει: «Έχω φάει τόσες καραβάνες με σκατά, ώστε δε θυμάμαι το νούμερο. Όμως ήμουν ευχαριστημένος να με πιέζουν να τρώω τα δικά μου παρά να μου δίνουν άλλα από την τουαλέτα».

Πολλούς τους ανάγκαζαν να στέκονται μόνο στο ένα πόδι και με το ένα χέρι ανεβασμένο ψηλά. Απαγορευόταν να κουνηθούν. Μ΄ αυτό τον απελπιστικό τρόπο αγκυλωνόταν το πόδι τους απίστευτα για πολλές ημέρες συνεχώς.

Ένα φοιτητή, ο οποίος είχε ξεπεράσει όλα τα ρεκόρ ορθοστασίας, βλέποντας τον ο Τσουρκάνου ότι ακόμη αντέχει, τον χτύπησε, ρίχνοντας τον στο πάτωμα σαν να ήταν ένα ξερό κούτσουρο. Οι μύες του σώματός του είχαν σκληρυνθεί. Δεν ξέρω ακριβώς πόσο διήρκεσε αυτή η κακουχία, αλλά σίγουρα είχε πολλές μέρες ορθοστασίας στο ένα πόδι.

Εάν οι κρατούμενοι ήταν φίλοι μεταξύ τους, οι τραμπούκοι τους ανάγκαζαν ο ένας να κτυπά τον άλλον με σκληρότητα. Εάν όμως ο ένας κτυπούσε το φίλο του ελαφρά και με εύσπλαγχνία, οι τραμπούκοι τον ξυλοφόρτωναν.

Η βλασφημία

Βαθμιαία άρχισε η συστηματοποίηση των βασανιστικών κακοποιήσεων με ακόμη πιο άθλιους τρόπους. Όταν ο Μπογδανοβίτσι, όντας πια σε δυσμένεια, ήταν πολύ άρρωστος και κανένας δεν του ‘δινε σημασία, τότε κάποιος είπε τα εξής:

-Κοίτα τον, θα πεθάνει αβάπτιστος. Ελάτε να τον βαπτίσουμε!

Με φρικτά χαχανητά τον πήραν από τα πόδια και τον έχωσαν με το κεφάλι σε μια τουαλέτα γεμάτη ακαθαρσίες, από τις όποιες ρούφηξε αρκετές για να μην πνιγεί. Τέτοιου είδους «βαπτίσεις» γίνονταν συχνά.

Όταν ο Μπογδανοβίτσι ήταν ετοιμοθάνατος, άλ­λος φιλότιμος είπε στους άλλους:

-Κοιτάξτε, πεθαίνει ακοινώνητος! Και πήρε ακαθαρσίες και τις έβαζε με το ζόρι στο στόμα του.

Τις τελευταίες στιγμές της ζωής του ο Μπογδανοβίτσι είπε σ΄ έναν, ο οποίος τόλμησε να υψώσει τη φωνή του και να τον υπερασπισθεί:

-Σας παρακαλώ να με συγχωρήσετε. Έκαμα λάθη. Δεν πίστευα ότι κάποτε θα φθάσω εδώ. Δεν επιτρέπεται να αστειεύεται κανείς με το διάβολο. Πεθαίνω σαν ένας παλιάνθρωπος και δεν έχω καμιά, ελπίδα. Εάν είναι δυνατό, συγχωρήστε με! Κανείς ποτέ να μη δέχεται ούτε την παραμικρή «συμμαχία» με το διάβολο. Εγώ είμαι θύμα των λαθών μου. Ας διδαχθούν οι άνθρωποι να μη κάνουν ότι έκανα εγώ.

Κοπροφαγία

Άλλο βάσανο πού επινόησαν οι «αναμορφωτές» για να συντρίψουν ψυχικά τούς κρατουμένους και να δεχτούν την «αναμόρφωση». Οι κρατούμενοι αναγκάζονταν από τούς «αναμορφωτές» να τρώνε κόπρανα. Σ’ αυτούς που δεν δέχονταν τούς έσπαζαν τα δόντια με σίδερα, τούς άνοιγαν τα στόματα και με το ζόρι χύνανε μέσα τα κόπρανα. Έχει μαρτυρίες από αυτόπτες μάρτυρες πού λένε ότι φάγανε ολόκληρα κιλά κόπρανα. Όποιος έτρωγε τα δικά του κόπρανα ήταν «τυχερός». Οι κρατούμενοι «βαπτίζονταν» στο δοχείο με κόπρανα. Οι ιερείς έπρεπε να κάνουν «λειτουργία» με ακαθαρσίες (κόπρανα και ούρα) και μετά να «κοινωνήσουν» τούς άλλους. Στην μικρότερη αντίδραση που είχαν, άρχιζε πάλι το ξύλο.

Με τον καιρό η κατάσταση έφτασε σε μια ομαδική τρέλα, όπου οι συμπεριφορές γίνονταν όλο και πιο τραγελαφικές. Ιδού ένα παράδειγμα: Ο Τσουρκάνου βρίσκεται μπροστά σε μια τρομοκρατική και παραμορφωμένη ψυχικά ομάδα για πολλή ώρα. Όλοι τρέμουν, λες και έπαθαν ηλεκτροπληξία, αλλοπαρμένοι και έντρομοι. Κανένας δεν τολμά να σκεφτεί κάτι άλλο, παρά μόνο τη Γραμμή του Τσορκάνου. Πολλοί αμιλλώνται πως να τον ευχαριστήσουν.

-Γδυθείτε! διατάζει ο Τσουρκάνου. Εσύ είσαι παρθένος… ενώ εσύ (και δείχνει κάποιον άλλο) είσαι ο άγιος Ιωσήφ. Θ΄ αποδείξουμε τώρα πως ήταν δυνατό να ενσαρκωθεί ο Υιός του Θεού -να τον πάρει ο διάβολος- από μια Παρθένο που έμεινε για πάντα Παρθένος. Λοιπόν, Μαρία, δείξε τον πισινό σου! έτσι, έτσι… (ακολουθεί μια ανήκουστη βλασφημία την οποία μόνο ένας δαιμονισμένος νους μπορούσε να φανταστεί). Ο σκοπός ομολογουμένως των βασανιστών ήταν να σκοτώσουν την πίστη στον Θεό μέσα στο νου και στην καρδιά των κρατουμένων. (Λόγω της ευλάβειας μας προς την Θεοτόκο δε γράφουμε εδώ ακέραια την αφήγηση του συγγραφέα).

Ζητώ να με συγχωρήσετε διότι γράφω αυτά τα ασεβή και βλάσφημα λόγια και έργα τους για την Θεοτόκο και για άλλα ιερά πρόσωπα. Το κάνω με τρόμο και πόνο, αλλά πιστεύω ότι ο κόσμος χρειάζεται αυτό το σοκ για να ξυπνήσει. Ένας κόσμος, που ο ίδιος είναι πνευματικά αλλοτριωμένος, χρειάζεται να γνωρίζει τέτοιες φρικαλεότητες για να ξυπνάει και να αισθάνεται έντονα το χάσμα στο οποίο ολισθαίνει.

Αυτό το οποίο διέταξε ο Τσουρκάνου εκτελέσθηκε.

Καθώς εξετελείτο δημόσια αυτό το πανάθλιο και ελεεινό έργο, με ένα σήμα του Τσουρκάνου το ακροατήριο ξέσπασε σε σκανδαλώδη γέλια, ζητωκραυγές και κοροϊδίες των ιερών πραγμάτων.

Εκείνοι οι άθλιοι άνθρωποι είχαν χαμένα και αλλοίθωρα τα βλέμματά τους, έμοιαζαν με φίδια που επιτίθενται, με θηρία που τα δαγκώνουν θανάσιμα, με τρελούς ή δαιμονισμένους. Η έκφραση των προσώπων τους ήταν αγριωπή. Οι χειρονομίες τους ανήσυχες και εξαρθρωμένες. Όλοι ήταν αναγκασμένοι να χειροκροτούν, αλλά όχι στον ίδιο ρυθμό, ένταση και χρόνο, διότι ο καθένας τους είχε φτάσει σ΄ ένα δικό του βαθμό αντοχής.

Η φαντασία άρχισε να λειτουργεί πυρετωδώς και περιγελάστηκαν κλιμακωτά και άλλα ιερά γεγονότα του Χριστιανισμού: Η διαφυγή στην Αίγυπτο, η επί του Όρους Ομιλία, οι Απόστολοι, ο Ιησούς και η Μαρία Μαγδαληνή, το Πάσχα κ.τ.λ. Με αυτά τα μέσα το Καθεστώς επεδίωκε την καταστροφή της πίστεως, το τελευταίο προπύργιο της ανθρώπινης αντίστασης, που έπρεπε να εξορισθεί από τις δυνάμεις του σκότους.

Δημήτριος Μπορντεάνου. Αυτόπτης μάρτυρας της «Αναμόρφωσης» και συγγραφέας. Έγραψε το συγκλονιστικό βιβλίο-ντοκουμέντο «Μαρτυρίες από το βάλτο τής απογνώσεως». Μέσα στην «Αναμόρφωση» ο Μπορντεάνου δεν αρνήθηκε τον Θεό, απλά δήλωσε δημόσια ότι δεν προσεύχεται πλέον. Δαιμονίστηκε. Θεραπεύτηκε μερικά χρόνια αργότερα, σε άλλη φυλακή από τον Γεώργιο Ζιμπόιου [για το συγκλονιστικό αυτό γεγονός και τη σπουδαία προσωπικότητα του Γεωργίου Ζιμπόιου (ενός νεαρού κρατούμενου, που πρέπει να ‘ταν μεγάλος πνευματικός αγωνιστής) δες εδώ].

Πρέπει να σας καθαρίζουμε το μυαλό κομμάτι κομμάτι!

Τα στάδια, από τα οποία περνούσε η «αναμόρφωση» ήταν τέσσερα:

1. Η καταστροφή της αντοχής των ανθρώπων διά τής βίας, μέχρι το επαναστατικό σοκ, δηλαδή μέχρι την υποχώρηση και την αποδοχή της «αναμόρφωσης».

2. Η αυτοκαταγγελία, η οποία έπρεπε να φανερώνει όλο το παρελθόν και το παρόν, ότι ήξερε ο καθένας για τους φίλους του και για τους ξένους. Αυτή γινόταν εγγράφως. Η ειλικρίνεια έπρεπε να είναι απόλυτη. Εάν η αυτοκαταγγελία ενός δεν ανταποκρινόταν με του αλλουνού, τότε ακολουθούσαν τα πιο φρικιαστικά βάσανα. Άρα κανένας δεν τολμούσε να κρύψει κάτι πια.

3. Ο εμπαιγμός και η απάρνηση όλων των αξιών και των ιδεών του παρελθόντος, ιδιαίτερα η διακωμώ­δηση της θρησκείας και του Θεού.

4. Η ένταξη του αναμορφωμένου ως στελέχους της «αναμόρφωσης», με σκοπό να καταστρέψει με οποιαδήποτε μέθοδο όλους που αρνούνται ν΄ αναμορφωθούν.

Απ΄ αυτό το ψυχοπαθολογικό σχέδιο φαίνεται ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια επιστήμη καθαίρεσης του άνθρωπου, η οποία έχει εφαρμοστεί άσπλαχνα στις ψυχές και στις συνειδήσεις κάποιων αθώων νεαρών.

Τα θύματα ήταν πάντοτε υπό την παρακολούθηση των τραμπούκων:

-Έε παλιόσκυλο, πες μου τι γίνεται με σένα; ρώτησε ένας τραμπούκος κάποιον βασανισμένο επί μήνες νεαρό από την Κωστάντζα.

Είναι πάρα πολλά, άρχιζε να λέγει με φωνές ο νεαρός. Δεν χορτάσατε πιά; Θέλεις να γίνεις προδότης και της μάνας σου, που θυσιάσθηκε για να σε μεγαλώσει;

Και επειδή απάντησε σωστά, κτυπήθηκε μέχρις αίματος. Αυτός ο άνθρωπος σε κάποια στιγμή απροσεξίας των φυλάκων, πήδηξε από τον τρίτο όροφο με το κεφάλι κάτω στο κενό της εσωτερικής σκάλας και πέθανε. Οι υπεύθυνοι για την παρακολούθηση του, τιμωρήθηκαν. Ο διοικητής έστειλε τότε μια επιτροπή να ερευνήσει για την αιτία του θανάτου του και, κτυπώντας το πτώμα με την μπότα του, είπε:

-Δώσε τον στο… γιατρό και γράφε «τριτογενής σύφιλις»…!

Τα θύματα ήταν συνεχώς υπό την παρακολούθηση των δημίων.

-Τι σκέφτεσαι; ρώτησε ο δήμιος ένα θύμα.

Ο άνθρωπος αυτός χανόταν ψυχικά και μια εσωτερική τρομάρα σκότιζε το νου του. Εάν άρχιζε να ψεύδεται, φοβόταν. Αν έλεγε την αλήθεια, τον τρομοκρατούσαν και τον ράβδιζαν αμέσως.

Το ρίγος της τρομάρας και ο πανικός είχαν γενικευθεί. Οι άνθρωποι αναγκάζονταν ν΄ αποβάλλουν κάθε λογισμό που δεν άρεσε στην «αναμόρφωση» και σκέπτονταν μόνο, όπως τους διέταζαν.

Ένα από τα συνθήματα της «αναμόρφωσης» ήταν, «πρέπει να καθαρίζουμε κομμάτι-κομμάτι το μυαλό σας». Και αληθινά, με τα συνεχή και ανεύθυνα βάσανα έγινε η συνθηκολόγηση μερικών συνειδήσεων σπάνιας ωραιότητας. Μερικοί άντεξαν μια μέρα, άλλοι μια βδομάδα, άλλοι ένα μήνα και άλλοι μερικούς μήνες, αλλά κανένας δεν μπορούσε να αντέξει παντοτινά. Η αντοχή τους στο Πιτέστι εξαρτήθηκε από τρεις συντελεστές: από τη δύναμη των πιέσεων που είχε επιβληθεί σε κάθε άνθρωπο, από την προσωπική, ψυχική και σωματική αντοχή τους, και από τη συνείδηση του καθενός, η οποία είχε μεγάλη σημασία σε κάθε περίπτωση.

Πηγές:
Κείμενο: Ιωάννη Ιανολίδε, Συνταρακτικά περιστατικά φυλακισμένων Ρουμάνων Ομολογητών και Μαρτύρων του 20ου αιώνα, Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Έκδοσις Α΄, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 81-95.
Εικονογράφηση: 1. Icoana Noilor Martiri ai pământului Românesc, Editura Bonifaciu, Bacău 2009.
2. Fericiti cei prigoniti -martiri ai temniţelor româneşti-, ed. îngrijită de Matei Marin, Editura Bonifaciu, Bucuresti 2008.

Β΄
π. Γκεόργκε Καλτσίου-Ντουμιτρεάσα: ο «προσωπικός εχθρός» του Ν. Τσαουσέσκου

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Ο π. Γεώργιος (Γκεόργκε) Καλτσίου-Ντουμιτρεάσα γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1925. Ήταν ο μικρότερος από τα 11 παιδιά της οικογένειας Κάλτσιου και καταγόταν από το χωριό Μαχμουντία νομός Tulcea.
Από μικρό παιδί οι γονείς του, του εμφύσησαν την αγάπη για το Θεό. «Μεγάλωσα σε μια απλή αλλά θρησκευόμενη οικογένεια, πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου σε μια εκκλησία κοντά σ’ έναν ιερέα. Νέος είχε σκέψεις να γίνει μοναχός. Τελικά αποφάσισε να υπηρετήσει τους ανθρώπους με άλλον τρόπο. Το 1945 γράφτηκε στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου. Το 1948 οι κομμουνιστές φυλάκισαν όλη την αφρόκρεμα της ρουμανικής διανόησης αλλά και τους φοιτητές αλλά και όσους αντιτείνονταν ή νόμιζαν οι κομμουνιστές
ότι αντιτείνονταν στην ιδεολογία τους, είτε για πολιτικούς είτε για θρησκευτικούς λόγους. Έτσι συνελήφθη και ο φοιτητής Γκεόργκε Κάλτσιου με την κατηγορία της «υπονόμευσης της ασφάλειας του κράτους».

«Σχολή» Πιτέστι

Για τον νεαρό Γκεόργκε το στρατόπεδο εξόντωσης του Πιτεστι γίνεται ένα νέο σχολείο. Από τον αφελή με τα γαλάζια μάτια μετατρέπεται σε «ατρόμητο μαχητή» για το Χριστό και την πατρίδα Σ’ αυτή τη φυλακή έπεσε στην πιο μεγάλη αμαρτία της ζωής του (απαρνήθηκε το Χριστό) αλλά και τις πιο μεγάλες αρετές (αγάπη για τον εχθρό και το θάρρος της ομολογίας) που τον βοήθησε πολύ να ξαναναστηθεί ψυχικά.
Στο Πιτεστι ..ήταν οι πιο καθαροί κρατούμενοι. Αυτοί δε ήταν μπλεγμένοι σε πολιτικά ρεύματα και δράσεις. Η μεγάλη αντοχή που έδειξαν οφειλόταν στην προσευχή και την απόκτηση των αρετών. Στη φυλακή είχε δημιουργηθεί ένα μυστικιστικό ρεύμα, δύσκολα κατανοητό από τους δήμιους. Εκεί ήταν ένα κέντρο πνευματικότητας «έχοντας από μικρός μεγαλώσει με την προσευχή ενσωματώθηκα εύκολα σ’ αυτήν την πνευματική κίνηση».
Στο Πιτέστι η προσευχή δε σταμάτησε μέρα-νύχτα. Το κάθε κελί είχε ώρα προσευχής. Όταν το ένα κελί τελείωνε την προσευχή χτυπούσε τοίχο και άρχιζε η προσευχή στο άλλο κελί. Όταν άρχισε η «επαναδιαπαιδαγώγηση» στο Πιτέστι, υπήρχε ήδη ένα κέντρο προσευχής & πνευματικότητας.
(σημ. π. Γεωργ. [«Προσκυνητή»]: Τη διετία 1949-1951 στις φυλακές του Πιτεστι έλαβε μέρος το πιο φριχτό και σατανικό πείραμα των κομμουνιστικών φυλακών. Η προσπάθεια «επαναδιαπαιδαγώγησης» των κρατουμένων και η δημιουργία ενός νέου, κομμουνιστικού ανθρώπου, μέσα από απάνθρωπα βασανιστήρια).

Πτώση και ανύψωση

Ο πιο φοβερός βασανιστής ήταν ο Εουτζέν Τσουρκάνου. Αυτός, όπως διηγούνται όσοι κατάφεραν να επιζήσουν από τα χέρια του, «ήταν γεμάτος από μανία και οργή» μια μανία δαιμονική. Στις ανακρίσεις όταν τελείωνε τα βασανιστήρια έλεγε: «Αν ο Χριστός ζούσε στον καιρό μου, δε θα έφτανε καν στο Σταυρό». Λέει ο π. Γκεόργκε: «Ο Τσουρκάνου είχε επάνω του κάτι το δαιμονικό. Αυτός ήταν ο ανώτατος δαίμονας της επιχείρησης Πιτεστι. Είχε μια δύναμη επιβολής φοβερή. Όταν έμπαινε στο κελί έσπερνε τον τρόμο. Όλη η φυλακή τον έτρεμε. Έπαιρνε τους καλύτερους από εμάς και τους ,κτυπούσε, τους βασάνιζε τους άλλαζε κυριολεκτικά. Ακόμη κι αν δεν άλλαζε κάτι στη ψυχή τους, ο τρόμος ήταν τόσο μεγάλος που μερικοί γίνονταν από μονή τους καταδότες. Έτσι εισήγαγε την έλλειψη εμπιστοσύνης, τον τρόμο και την απελπισία σε πολλούς από εμάς.
Μερικοί άντεξαν, άλλοι όχι. Άλλοι πέθαναν την ώρα των βασανιστηρίων και άλλοι αυτοκτόνησαν. Λίγοι άντεξαν μέχρι τέλους. Κάποιοι απ’ αυτούς που έπεσαν, ξανασηκώθηκαν. Νωρίτερα η αργότερα επειδή η επανόρθωση της ψυχής δεν είναι σαν την επανόρθωση του σώματος. Η ψυχή έχει πιο μυστηριακούς νόμους, επανέρχεται δυσκολότερα. Η δική μου επανόρθωση ήταν δυσκολότερη γιατί το ρήγμα ήταν μεγαλύτερο. Ήμουν 25 ετών, αρκετά αφελής, ένα παιδί από χωριό με δυνατή πίστη και εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω μαζί με τον Πουιου Ντόμπρε. Του έγραψα τη σκέψη μου σ’ ένα σαπούνι. Ο Τσουρκάνου με είδε όταν το πέταξα. Μ’ έλιωσε στο ξύλο. Δεν ήξερα πια να διαβάζω, δε γνώριζα τα γράμματα, ξέχασα ακόμη και το ¨ Πάτερ ημών¨ Χωρίς καμιά διανοητική προσπάθεια αισθανόμουν από την καρδία να αχνοφέγγει η προσευχή του Ιησού. Σ’ εκείνη την απελπισία υποσχέθηκα στο Θεό όταν βγω από τη φυλακή να γίνω ιερέας. Οι άλλοι κρατούμενοι με θεωρούσαν άγγελο …..ναι, έναν άγγελο. Ναι αλλά ένας άγγελος ξεπεσμένος.
Συνήλθα τη στιγμή που βρέθηκα μπροστά σε κάποιες τρομαχτικές ενέργειες οι οποίες αποσκοπούσαν στο να μετατραπούν τα θύματα σε θύτες. Τότε ξύπνησε μέσα μου το πνεύμα δικαιοσύνης και ο φύλακας άγγελος μου με βοήθησε -ρισκάροντας τη ζωή μου- να λάβω θέση βάζοντας στοπ σ’ αυτά τα σχέδια.
Μου ζήτησαν να πω ότι συνωμότησα μαζί με κάποιους άλλους σε πολιτικές υποθέσεις, αλλά εγώ ούτε καν τους γνώριζα. Αργότερα ο νεαρός Γκεόργκε Καλτσίου οδηγήθηκε σ’ ‘άλλες τρομακτικές φυλακές όπως η Ζίλαβα, στη Ζάρκα στο Αϊούντ και στη Γκέρλα. Το 1964 δόθηκε γενική αμνηστία. Μετά από 16 χρόνια ήταν ελεύθερος. «Το 1964 μας απελευθέρωσαν, μετά τις πιέσεις της Δύσης αλλά και επειδή οι κομμουνιστές θεωρούσαν ότι τώρα πια ήταν κυρίαρχοι στη χώρα, αλλά και τις ψυχές μας.


Φωτο από το αναλυτικό άρθρο π. Γ. Κάλτσιου ή Η κατά Χριστόν τρέλα, που καλώ οπωσδήποτε να διαβάσετε. Έχει λεζάντα: «Ο π. Γεώργιος Κάλτσιου στην «Αναμόρφωση» της φυλακή του Πιτέστι κόβει τις φλέβες του, για να δώσει αίμα και να ζήσει ο Οπρισιάνου». Υποθέτω ότι το γεγονός αφορά στον άγιο και φιλόσοφο Κωνσταντίν Οπρισάν.
«Στρατιώτης» με ράσα

Όταν βγήκα από τη φυλακή θέλησα να συνεχίσω στην Ιατρική Σχολή αλλά δε με δέχτηκαν. Έτσι σπούδασα γαλλική φιλολογία. Μετά θέλησα να γραφώ στη Θεολογική σχολή για να εκπληρώσω την υπόσχεση που έδωσα στο Θεό όταν ήμουν φυλακή. Αρχικά με απέρριψαν, λόγω του φακέλου μου. «Πήγα στον Πατριάρχη Ιουστινιάν. Προς μεγάλη μου έκπληξη δέχτηκε αν και του είπα για τα χρόνια της κράτησής μου. Μ’ έστειλε στον γραμματέα της σχολής μοναχό Αντώνιο Πλαμαντεάλα (μετέπειτα μητροπολίτης Τρανσυλβανίας) ο οποίος μου είπε να μη βάλω στο βιογραφικό μου τα χρόνια της φυλακής»
Το 1971 τελείωσε την Θεολογική σχολή και τον δέχτηκαν ως καθηγητή γαλλικής στο εκκλησιαστικό λύκειο. Εν τω μεταξύ παντρεύτηκε την κόρη ενός πρώην κρατουμένου και χειροτονήθηκε ιερέας.
Όταν οι κομμουνιστές γκρέμισαν την εκκλησία Ένει, κτίσμα του 17ου αιώνα, η φωνή του π. Γκεοργκε αντήχησε σαν ένας κεραυνός στην έρημο της αδιαφορίας και του συμβιβασμού, αυτή τη φορά κάνοντας αντανάκλαση και στην οικογένειά του. Λειτουργώντας στην εκκλησία Ράντου Βόντα εκφώνησε 7 ομιλίες, τις περίφημες «7 ομιλίες για νέους». Αυτές οι ομιλίες, όπως και άλλα θαρραλέα άρθρα, καταδίκαζαν το γκρέμισμα εκκλησιών και τον αθεϊσμό και γινόταν μπρος σ’ έναν μεγάλο αριθμό θεολόγων φοιτητών αλλά και φοιτητών από άλλες σχολές. « Τις εκφώνησα τη στιγμή που η ρουμανική συνείδηση ήταν έτοιμη να τις ακούσει. Αυτές οι ομιλίες δημιούργησαν ένα υπόγειο ρεύμα αντίστασης μεταξύ κυρίως των θεολόγων φοιτητών. Ζητούσα ελευθερία πίστεως και να σταματήσει η κατάχρηση εξουσίας. Από την πρώτη κιόλας ομιλία με παρακολουθούσαν αλλά δε μπορούσαν να με συλλάβουν. Είχα προσευχηθεί στο Θεό να μη με συλλάβουν μέχρι να εκφωνήσω και τις επτά.
Δεν κατάφερα να εκφωνήσω όγδοη επειδή με συνέλαβαν».
Καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλακή αλλά εξέτισε τα 5. Συνολικά πλήρωσε την αντικομουνιστική του δράση με 21 χρόνια φυλάκιση. Παρόλα αυτά στη δίκη-παρωδία ξεσκέπασε τους πραγματικούς αυτουργούς των εγκλημάτων της «επαναδιαπαιδαγώγησης».
Μετά τη δεύτερη σύλληψή του οι εξόριστοι Ρουμάνοι μ’ επικεφαλής τον Μιρτσεα Ελιάντε και τον Εουτζέν Ιονέσκου έκαναν εκκλησεις στη Δύση για την απελευθέρωση του. Πάντα το θέμα των πολιτικών κρατουμένων τίθονταν από τις δυτικές κυβερνήσεις στις συναντήσεις τους με τον Τσαουσέσκου. Μετά από έντονες πιέσεις κυρίως της αμερικανικής κυβέρνησης Τελικά απελευθερώθηκε το 1984. Το 1985 ζήτησε πολιτικό άσυλο στις Η.Π.Α. Εγκαταστάθηκε στην Ουάσινγκτον όπου δημιούργησε μια ρουμανική Ορθόδοξη ενορία.
Το 1987 το FBI τον πληροφορεί ότι η ρουμανική σεκιουριτάτε σχεδιάζει να τον δολοφονήσει. Ο π. Γκέοργκε έλεγε ότι αισθανόταν πάντοτε ότι τον παρακολουθούν, κυρίως όταν ερχόταν στην Ευρώπη, αλλά μετά το 1989 όταν ερχόταν στην Ρουμανία.
Παρόλα αυτά δε φοβήθηκε και συνέχισε να έχει επαφή με τη Ρουμανία να γράφει βιβλία και άρθρα όπως και να μιλάει στους ραδιοφωνικούς σταθμούς ¨Η φωνή της Αμερικής¨ και ¨ Ελεύθερη Ευρώπη¨. Μετά το 1989 γνώρισε προσωπικά τον Λίβιου Τούρκου τον αρχηγό της Ρουμανικής κατασκοπείας στις Η.Π.Α. «Ο Τούρκου μου είπε ότι πράγματι σχεδίαζαν την δολοφονία μου από έναν Κουβανό, αλλά παραιτήθηκαν από το σχέδιο εξαιτίας των συνεπειών που θα είχε στις Ρουμανο-Αμερικανικές σχέσεις.
Ο π. Γκεόργκε πέθανε στις 23 Νοεμβρίου 2007 αφού τον κοινώνησε στο κρεβάτι του νοσοκομείου ένας άλλος πρώην κρατούμενος, των κομμουνιστικών φυλακών ο επίσκοπος Κλουζ Βαρθολομαίος Ανανία.

ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Δαμασκηνού Χριστός, το αιώνιο Ταό, απόδοση στα ελληνικά Μ.Ζ. Δημοσιεύεται και εδώ. [Ολόκληρο το βιβλίο εδώ. Το απόσπασμα είναι από τις σελ. 330 του pdf και κάτω. Για την ορθόδοξη πνευματικότητα, που είναι ο αγώνας για την καθαρότητα και την αγάπη (την κατάσταση του π. Γεωργίου Καλτσίου), δες από τη σελ. 166 και κάτω].
Ο π. Γεώργιος Calciu [Καλτσίου] είναι ένας Ορθόδοξος ιερέας, ο οποίος τώρα έχει περάσει τα εβδομήντα. Στα είκοσί του, είχε μπει σε μια Ρουμανική κομμουνιστική φυλακή, όπου έμεινε για δεκαέξι χρόνια. Εκείνη την εποχή υπέστη το επιστημονικό πείραμα του Pitesti: το πιο διαβολικό σύστημα βασανιστηρίων που επινοήθηκε ποτέ, το οποίο επιχείρησε να ξεγυμνώσει την ανθρώπινη προσωπικότητα και να την αντικαταστήσει με τον κομμουνιστή «νέο άνθρωπο». Όπως αναθυμόταν αργότερα, «δεν υπήρχε βασανιστήριο, είτε ηθικό είτε σωματικό, που να μην είχε χρησιμοποιηθεί».

Αφού τα θεμέλια της ψυχής του απογυμνώθηκαν, ο π. Γεώργιος πέρασε μια μακρά και οδυνηρή διαδικασία μετανοίας, όπου βρήκε την εσωτερική δύναμη να στραφεί προς το Χριστό και έλαβε την υπεράνθρωπη δύναμη να αγαπήσει και να συγχωρήσει τούς βασανιστές του. Όταν στα τριάντα έξι του βγήκε από τη φυλακή, φλεγόταν από αγάπη για το Θεό και για ολόκληρη τη δημιουργία αφού, ενώ υπέφερε αφάνταστα, το πνεύμα του είχε καθαρθεί, θεραπευτεί και αναγεννηθεί από το Θείο Πυρ. Έγινε ιερέας και λίγο αργότερα άρχισε να καλεί τούς νέους της Ρουμανίας, οι οποίοι είχαν ανατραφεί με το ψέμα του υλισμού, να επιστρέψουν στο αληθινό νόημα της ζωής. Παρόλο που οι κομμουνιστικές αρχές διαρκώς δεν τον άφηναν σε ησυχία και απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν, αυτός συνέχισε να διδάσκει δημόσια. Τελικά τον συνέλαβαν και πάλι και τον έριξαν στη φυλακή για έξι χρόνια ακόμη. Αυτά τα χρόνια είχε τις βαθύτερες εμπειρίες της ζωής του, γιατί κατ’ αυτά βίωσε την Θεία Ενέργεια του Χριστού όπως ποτέ πριν.

Όσο έμενε στο μοναστήρι μας, ο π. Γεώργιος ακτινοβολούσε μια αίσθηση υπερκόσμιας γαλήνης και μια χαρά παιδιάστικη. Μάλιστα έδειχνε και νέος, πράγμα αξιοσημείωτο, όχι μόνο λόγω της ηλικίας του, αλλά και γιατί έζησε σε υγρές, υπόγειες, γεμάτες αρρώστιες φυλακές, με ελάχιστα κομμάτια ψωμί. […] Είχε γίνει ένα μικρό παιδί. Όποτε μιλούσε για τα βασανιστήρια πού υπέστη, χαμογελούσε ή και γελούσε ακόμη. Δεν είχε μίσος ή μνησικακία, είχε συγχωρήσει, και ήταν ελεύθερος. […]

Ο Π. Βενέδικτος Ghius

[Διηγείται ο π. Γεώργιος Calciu] «Πριν με συλλάβουν, πάντοτε μου άρεσαν τα μοναστήρια. Έτσι κάθε φορά πού μου δινόταν η δυνατότητα να πάω σε κάποιο μοναστήρι, βρισκόμουν εκεί. Πολύ κοντά στο Βουκουρέστι βρίσκεται ένα πολύ σημαντικό μοναστήρι που ονομάζεται Cernica. Την καρδιακή προσευχή την πήρε ο Γεώργιος, ένας μαθητής του Παϊσίου Velichkovsky (ο άγ. Παίσιος Velichkovsky (1722-1794) ήταν αυτός που ξανα-ανακάλυψε και συνέταξε την ανθολογία των αρχαίων κειμένων που είναι γνωστή ως Φιλοκαλία) και την έφερε στην Cernica. Από τότε και μέχρι τώρα – δύο αιώνες σχεδόν – κάθε μοναχός στην Cernica εφαρμόζει αυτή την προσευχή. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίωξης από τον Τσαουσέσκου τίποτα δεν μπορούσε να τους σταματήσει από το να προσεύχονται.

»Μια Κυριακή ήμουν στο ναό στην Cernica και λειτουργούσα μαζί με κάποιους μοναχούς. Στην αρχή της Θείας Λειτουργίας ήταν εκεί ο π. Βενέδικτος Ghius, ένας πολύ πνευματικός άνθρωπος. Ήταν ο πνευματικός ηγέτης της κίνησης της Καιομένης Βάτου στη Μονή Antim, η οποία ήταν μια ομάδα αφοσιωμένη στην προσευχή, που είχε σχηματιστεί από μοναχούς για χάρη των πιο σημαντικών διανοητών στο Βουκουρέστι κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Άτομα από την Καιομένη Βάτο συλλαμβάνονταν μέχρι που η ομάδα εξολοθρεύτηκε και πολλοί από αυτούς πέθαναν στη φυλακή. Ο π. Ghius συνελήφθη επίσης, αλλά ελευθερώθηκε την ίδια εποχή με μένα – το 1965– και άφησε τα πάντα και μπήκε στη Μονή Cernica, όπου ασκούσε την Προσευχή του Ιησού. […] Ποτέ δεν τον είδα λυπημένο ή θυμωμένο.


Ο αγιασμένος γέροντας Βενέδικτος Ghius (μαρτυρίες γι’ αυτόν)

»Επειδή ήταν πολύ ηλικιωμένος, δεν λειτουργούσε. Όταν αρχίσαμε τη Λειτουργία, αυτός καθόταν σε μια καρέκλα στο ιερό, ακίνητος. Κάποια στιγμή ένοιωσα κάτι παράξενο στο ιερό. Κοίταξα προς τα αριστερά μου και είδα ότι στη γωνία που καθόταν ο π. Ghius άρχισε να λάμπει ένα Φως. Το Φως κάλυπτε τον π. Ghius εντελώς, αλλά δεν απλωνόταν σε όλο το ιερό. Ηταν ακριβώς γύρω από το σώμα του. Είμαι σίγουρος πώς ο π. Ghius δεν είχε πάρει είδηση τι συνέβαινε σ’ αυτόν. Οι άλλοι μοναχοί είδαν ό,τι έβλεπα κι εγώ, αλλά δεν έδωσαν σημασία γιατί είχαν συνηθίσει σ’ αυτό. το είχαν δει πολλές φορές. Ήταν κάτι πολύ φυσιολογικό γι’ αυτούς. Είχα μείνει κατάπληκτος. Και αυτό το Φως συνέχιζε μέχρις ότου τελείωσε η Λειτουργία. Όταν ο π. Ghius ήρθε να κοινωνήσει, τα χέρια του ήταν χέρια Φωτός. Υποκλίθηκα μπροστά του, και αισθάνθηκε πολύ, πολύ ντροπιασμένος – πιστεύω γιατί αισθάνθηκε ότι δεν ήταν άξιος τέτοιου σεβασμού. Βγήκε από το ιερό χωρίς να κοιτάξει κανέναν. Καθώς έβγαινε, είδα το Φως να εξαφανίζεται και αυτός να γίνεται και πάλι κανονικός άνθρωπος.

»Καθόταν σε μια καρέκλα στο ιερό ακίνητος. Αλλά αν τον κοιτούσες, και χωρίς να ξέρεις τίποτα για το Φως του Χριστού, για το Άκτιστο Φως, μπορούσες να δεις το πρόσωπό του όλο Φως.»

Μια Εμπειρία από την Παιδική Ηλικία

»Ο π. Γεώργιος συνέχισε να μας μιλάει για άλλες εμπειρίες πού είχε από το Άκτιστο Φως. Θυμήθηκε πώς μια φορά, όταν ήταν οχτώ χρονών, στεκόταν μπροστά στο χωράφι των γονιών του και αναλογιζόταν πώς ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι το χωράφι ήταν γεμάτο από Φως. «Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν», μας είπε. «Αυτό το Φως δεν είχε σκιά ούτε προοπτική. Ίσως γιατί είχα συνηθίσει στην εικόνα του φυσικού φωτός στο χωράφι, μπορούσα να δω όλες τις λεπτομέρειες, αλλά μόνο στο Φως, χωρίς σκιά. Έμεινα αποσβολωμένος. δεν ξέρω για πόση ώρα ήμουν έτσι. και όταν συνήλθα, το χωράφι ήταν φυσιολογικό. Δεν είπα τίποτε γι’ αυτό στην αδελφή μου ή στον αδελφό μου. Αλλά, αργότερα, όταν ήμουν μαθητής στο λύκειο, μίλησα στη μητέρα μου γι’ αυτό. Δεν εξεπλάγη. Υποθέτω ότι ήξερε κάτι γι’ αυτό, αλλά απλά έκανε το σημείο του Σταυρού πάνω μου […]».

Στη Φυλακή

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου φυλάκισής του, είχε άλλες δύο εμπειρίες αυτού του Φωτός. Διηγείται ο π. Γεώργιος, τη δεύτερη εμπειρία του.

«Ο Τσαουσέσκου ήταν πολύ θυμωμένος μαζί μου και ήθελε να με σκοτώσει στη φυλακή. Δεν μπορούσε να με καταδικάσει σε θάνατο γιατί η περίπτωσή μου ήταν πολύ γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο, έτσι διέταξε να με βάλουν σ’ ένα κελί με σαδιστές εγκληματίες. Με έβαλαν λοιπόν μαζί με δύο τέτοιους εγκληματίες. Ο ένας από αυτούς είχε σκοτώσει τη μητέρα του. Δεν την είχε απλά σκοτώσει. Την είχε βασανίσει επί πολλές μέρες, κόβοντας τα δάχτυλά της και το σώμα της. Ο άλλος είχε σκοτώσει δύο νεαρούς με τον ίδιο σαδιστικό τρόπο…

»Αμέσως οι δύο συγκρατούμενοί μου άρχισαν να με κακομεταχειρίζονται, αλλά όχι πολύ άσχημα. Ξέρετε, είχαν και κάτι το ανθρώπινο. Παρατήρησα ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι χωρίς τίποτα στην ψυχή τους – εγκληματίες και κλέφτες και λοιπά – είχαν μέσα τους κάτι πολύ, πολύ αγαπητό, μέχρι και κάτι το άγιο.

»Κάθε μέρα αυτούς τους δύο αυτούς ανθρώπους τους καλούσε η διοίκηση. Νομίζω ότι τους μάλωναν γιατί δεν μου είχαν κάνει τίποτε. Νομίζω ότι τούς ζητούσαν να με σκοτώσουν. Μια μέρα, μετά από τρεις μήνες, τους κάλεσαν ξανά στη διοίκηση. Ήταν πολύ αναστατωμένοι όταν ήρθαν πίσω. Δύο φορές την εβδομάδα μας επέτρεπαν να βγούμε έξω σε μια μικρή αυλή, δεκαπέντε επί είκοσι πόδια. Πήγαμε έξω και μου είπαν, ‘Στάσου εκεί’. Πήγαν στην άλλη γωνία και μίλησαν μεταξύ τους. Ήμουν σίγουρος ότι είχε έρθει η ώρα να με σκοτώσουν. Στεκόμουν εκεί με το πρόσωπο προς τον τοίχο. Προσευχόμουν, εξομολογούμενος τα αμαρτήματά μου στο Θεό. Μετά από δέκα λεπτά – είχαμε μόνο δέκα λεπτά για περίπατο – ήρθαν σε μένα και είπαν, ‘Πάτερ’ – αυτή ήταν η πρώτη φορά πού με έλεγαν Πάτερ – ‘Πάτερ, αποφασίσαμε να μη σε σκοτώσουμε. Ας σε σκοτώσουν οι φύλακες.’ Άρχισα να κλαίω. Το είχα για σίγουρο ότι θα πέθαινα. Μπήκαμε στο κελί και τώρα μιλήσαμε μαζί. Τους είπα για τον εαυτό μου και για τα πάντα. Μου είπαν για τη δική τους εμπειρία, και για το ότι τώρα πρόσεξαν πώς ήμουν καλός άνθρωπος. Την επόμενη μέρα πήρα την άδειά τους να κάνω Θεία Λειτουργία στο κελί.

»Ήσαν πολύ περίεργοι να δουν τι ήταν η Λειτουργία. Γι’ αυτούς, ο παπάς ήταν κάποιος πού εκμεταλλευόταν τούς ανθρώπους και τούς έπαιρνε χρήματα. Ή ίσως έβλεπαν τον παπά σαν ένα μάγο. Δεν ήξεραν τίποτα για την πίστη. ίσως ήξεραν λίγα πράγματα για τη θρησκεία και την εκκλησία, αλλά είμαι σίγουρος ότι δεν ήξεραν τίποτα για τη Λειτουργία.

»Έτσι, την Κυριακή, άρχισα να ετοιμάζω τον άρτο, το νερό, το κάλυμμα. Με κοίταζαν. Εκείνη την Κυριακή δεν δούλευαν, έτσι είχαμε μια αργία της Εκκλησίας. Με αγριοκοίταζαν, ίσως γιατί νόμιζαν πως αυτά ήταν τα μαγικά μου εργαλεία. Άρχισα τις προσευχές μου με πολύ χαμηλή φωνή, γιατί οι φύλακες δεν επέτρεπαν να κάνουμε τελετή με δυνατή φωνή. Οι συγκρατούμενοί μου με πλησίασαν, απλά για ν’ ακούσουν τι έλεγα. Σιγά-σιγά, όσο προχωρούσε η Λειτουργία, η φλόγα της πίστης μου μετέφερε την ψυχή μου σε άλλο επίπεδο και αυτό τούς άγγιξε – είμαι σίγουρος. Δεν υπήρχε κίνηση. Δεν κουνήθηκαν. Δεν μίλησαν. Ήταν εκεί, μαζί μου, μέχρι το τέλος. Δεν στράφηκα προς το μέρος τους, αλλά μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, αφού κοινώνησα, στράφηκα προς αυτούς και έμεινα έκπληκτος. Τους είδα γονατιστούς, να προσεύχονται μαζί μου και να περιβάλλονται από το Φως. Ήταν μέσα σ’ αυτό το Φως, ορατό Φως, Άκτιστο Φως αλλά ορατό…Ο Θεός απλά άνοιξε τα μάτια μου για να δω αυτό το Φως, και αυτό τους περιέβαλλε. Παρατήρησα ότι ολόκληρο το κελί ήταν γεμάτο από Φως. Δεν ήξερα τότε και δεν ξέρω ούτε τώρα πότε εμφανίστηκε αυτό το Φως. Ίσως όταν άρχισα τη Λειτουργία το Φως να ήταν γύρω μας, αλλά ήμουν συγκεντρωμένος μόνο στην ιερή ακολουθία. Ίσως το Φως να εμφανίστηκε τη στιγμή που έλεγα την επίκληση και από το Σώμα και το Αίμα του Χριστού το Φως απλώθηκε στο κελί. Ή ίσως το Φως να εμφανίστηκε ακριβώς τη στιγμή που στράφηκα προς αυτούς, ή ίσως να ήταν περικυκλωμένοι από το Φως συνεχώς.

»Αυτό το Φως μεταμόρφωσε τις ψυχές τους! Όχι οι προσευχές μου ούτε η ίδια η τέλεση της Θείας Λειτουργίας. Ο Θεός μεταμόρφωσε τις ψυχές τους εκχύνοντας αυτό το Άκτιστο Φως πάνω τους. Μέσω αυτού του Φωτός ήμασταν ικανοί να αγαπηθούμε, να προσευχηθούμε και να νιώσουμε ότι έχουμε κάτι κοινό. Ήταν η παρουσία του Θεού, του Ιησού Χριστού.

»Το υπόλοιπο της ημέρας πέρασε με φιλία και αγάπη, μιλώντας για το Χριστό. Για πρώτη φορά μπόρεσα να τους μιλήσω για το Χριστό, για την πίστη, για την αγάπη. Ο ένας τους με ρώτησε: ‘Μπορεί ο Χριστός να με αγαπήσει; Σκότωσα τη μητέρα μου. Πώς μπορεί ο Χριστός να με αγαπήσει;’ Ο άλλος είπε, ‘Μπορεί ο Χριστός να με αγαπήσει αφού σκότωσα δύο νέους; Ίσως πάω και σκοτώσω και άλλους. Μπορεί ο Χριστός να με συγχωρήσει για το έγκλημα πού έκανα;’ Είπα, ‘Μπορεί. Ίσως η ανθρώπινη δικαιοσύνη να μη μπορεί να σας συγχωρήσει, αλλά ο Ιησούς θα σας συγχωρήσει, αν μετανοήσετε. Θα σας δώσει το Σώμα Του και το Αίμα Του, αν μετανοήσετε και αποφασίσετε να μην κάνετε άλλα εγκλήματα.’ Πίστεψαν και δεν πίστεψαν. Ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτούς να καταλάβουν, γιατί σε όλη τους τη ζωή ήταν σε συνεχή σύγκρουση με την κοινωνία. Κοίταζαν να σκοτώσουν, να κλέψουν, να εξαπατήσουν την κοινωνία, και η κοινωνία κοίταζε να τους συλλάβει. Ήταν μία συνεχής πάλη και σε αυτή την πάλη δεν υπήρχε χώρος για αγάπη. Ο πρώτος δεν αγαπούσε τη μητέρα του – σκότωσε τη μητέρα του. Ο άλλος δεν αγαπούσε τους φίλους του – τους σκότωσε. Μια στιγμή αγάπης δεν είχαν. Ίσως όταν ήταν παιδιά η μητέρα τους και ο πατέρας τους να τους αγαπούσαν, αλλά όταν μεγάλωσαν η ζωή τους δεν είχε χώρο για αγάπη. Δεν καταλάβαιναν ακριβώς ποιο ήταν το νόημα της αγάπης – της αγάπης του Ιησού – αλλά η λέξη αγάπη ήταν μια λέξη που τους γοήτευε. Εκείνη την ημέρα επέμεινα στην αγάπη και τούς είπα, ‘Ο Ιησούς είπε, «Αγαπάτε αλλήλους… από αυτό οι άνθρωποι θα γνωρίσουν ότι είσαστε μαθητές μου, από το αν έχετε μεταξύ σας αγάπη… Αγαπάτε τους εχθρούς σας. Ευλογείτε αυτούς που σας καταριώνται. Ευεργετείτε αυτούς πού σας καταδιώκουν.’ Είπαν, ‘Αυτό είναι αδύνατον. Δεν είναι ανθρώπινο!’ ‘Έχετε δίκιο’ είπα, ‘δεν είναι ανθρώπινο. Αλλά τέτοια αγάπη υπάρχει στον κόσμο – είμαι ένα ζωντανό παράδειγμα για σας.’ Την επόμενη μέρα χωρίσαμε. Η διοίκηση κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε με μένα και ότι αυτοί οι άνθρωποι αρνούνταν να με σκοτώσουν, έτσι με άφησαν μόνο μου στο κελί.

»Δεν ξέρω αν αυτοί οι δύο άνθρωποι συνειδητοποίησαν την παρουσία του Φωτός που είδα στο κελί, αλλά αυτό το Φως λειτούργησε στην καρδιά τους και τους έκανε αδελφούς μου. Η Ενέργεια του Ιησού Χριστού τους έκανε ίσως από εγκληματίες αγίους. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ύστερα από αυτό έγιναν ξανά εγκληματίες. Είμαι πεπεισμένος ότι έχουν σωθεί, και προσεύχομαι γι’ αυτούς συνέχεια. Ακόμα και σήμερα προσεύχομαι γι’ αυτούς. Ποτέ στην προσευχή μου δεν τους βλέπω σαν εγκληματίες. Είμαι σίγουρος ότι έχουν σωθεί.»

Το Δώρο του Φωτός

»Αυτό πού ήθελα να σας πω είναι ότι ο Θεός δίνει το Φως Του όχι μόνο σε κάποιους μοναχούς, αφού έχουν πρώτα κάνει μακρόχρονη άσκηση, καθισμένοι στην απομόνωση του κελιού τους συγκεντρωμένοι, ενώνοντας τον νου και την καρδιά, υποτάσσοντας το νου στην καρδιά. Δίνει επίσης το Φως Του σαν δώρο σε κάποιον χωρίς να το αξίζει, χωρίς να ζητάει κάτι από αυτό το άτομο. Μου έδωσε αυτό το Φως χωρίς να το αξίζω, χωρίς να μου ζητήσει να κάνω κάτι γι’ Αυτόν.

»Τα δώρα του Θεού δεν είναι μια ανταμοιβή για μας. Δεχόμαστε δώρα από το Θεό μόνο από την αγάπη Του για μας. Όπως είπα, ήμουν ο μεγαλύτερος αμαρτωλός σ’ εκείνη την πτέρυγα. Ωστόσο, ο Θεός με διάλεξε. Γιατί; Δεν υπάρχει εξήγηση. Αυτά τα παιδιά ήταν εγκληματίες, ωστόσο ο Θεός τους αγάπησε, μέσα στο Φως. Γιατί; Επειδή ήθελε να μεταμορφώσει τις ψυχές τους – και είμαι σίγουρος ότι τις μεταμόρφωσε».

Σημείωση του blog μας: Ο Γέροντας Γεώργιος Καλτσίου ήταν ένας μεγάλος σύγχρονος άγιος της Ορθοδοξίας και από τους μεγαλύτερους της Ρουμανίας. Αξίζει να διαβάσεις γι’ αυτόν το αναλυτικό άρθρο (με πολλές φωτο) π. Γ. Καλτσίου ή Η κατά Χριστόν τρέλα. Δες επίσης μια συνέντευξή του, αγγλικά, με link στο όνομά του προς ενότητα με κείμενά του σε αγγλόφωνο blog.

Γ΄
π. Γεράσιμος Ίσκου: πέθανε μαζί με το δήμιό του (αφού τον εξομολόγησε και τον κοινώνησε)

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Ο π. Γεράσιμος Ίσκου γεννήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1912 στο Μπακάου της Ρουμανίας. Μπήκε στη μονή Μπαγδάνα ως δόκιμος από νεαρή ηλικία . Το 1937 ήταν ηγούμενος στη μονή Άρνοτα. Το1943 έγινε ηγούμενος στη μονή Τισμάνα.
Με τη καθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Ρουμανία και την έναρξη του διωγμού της Εκκλησίας η μονή Τισμάνα γίνεται ένας από τους σημαντικούς πυρήνες αντικομμουνιστικής δράσης.
Συνελήφθη στις 26 Σεπτέμβρη 1948.

ΑΠΟ ΦΥΛΑΚΗ ΣΕ ΦΥΛΑΚΗ

Στις φυλακές της Κραϊόβας όπου γίνεται η »δίκη »του, παρά τα βασανιστήρια, δεν προδίδει κανέναν. Από εκεί τον μεταφέρουν στο τρομερό Αϊούντ όπου τον ανάγκασαν να βγάλει το μοναχικό του ένδυμα (στη Κραϊόβα του το επέτρεψαν ).
Στη φυλακή ο πατέρας Γεράσιμος γαληνεύει τις ψυχές των κρατουμένων με τη δύναμη της πίστης . Το μεγαλύτερο »όπλο» του ήταν η προσευχή του Ιησού. Εκτός από τα βασανιστήρια τους υποχρέωναν στις πιο δύσκολες και ταπεινωτικές εργασίες Οι φύλακες που είχαν διαλέξει ήταν από του πιο σκληρούς και πιο άπιστους ανθρώπους .

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥ ΤΟΥ

Ανάμεσα στους βασανιστές ξεχώριζε για τη σκληρότητα του κάποιος Βασιλέσκου, ποινικός κρατούμενος, ο οποίος με θέρμη είχε αγκαλιάσει την »αναδιαπαιδαγώγηση» (δηλαδή τη μετατροπή σε κομμουνιστικό άνθρωπο)
Οι ιερείς που είχαν φυλακιστεί στο Κανάλι ήταν ένα παράδειγμα ταπεινοφροσύνης και αντοχής για τους άλλους κρατουμένους. Παίρνοντας τεράστια ρίσκα και πληρώνοντας με το αίμα τους, κάθε μέρα τελούσαν τη Θεία Λειτουργία, φέρνοντας το Χριστό στη μέση της κολάσεως . Τη περίοδο που ήταν στο Κανάλι ο π Γεράσιμος αρρώστησε από φυματίωση και τον πήγαν στο νοσοκομείο των φυλακών της Τιργκου –Οκνα. Τον μετέφεραν στο δωμάτιο 4 όπου βρισκόταν οι ετοιμοθάνατοι . Η ιατρική περίθαλψη ήταν ανύπαρκτη, για φάρμακα ούτε λόγος . Όσοι κρατούμενοι είχαν ιατρικές γνώσεις βοηθούσαν τους φυματικούς ρισκάροντας την υγεία τους .
Το δωμάτιο 4 ήταν πάντα γεμάτο, έτσι ώστε σε κάθε κρεβάτι βρίσκονταν 2-3 ασθενείς. Ο π. Γεράσιμος βρισκόταν στο ίδιο κρεβάτι με το στρατηγό Τουτιρέσκου, τον οποίο γύρισε στην αληθινή πίστη.
Ο π. Γεράσιμος Ίσκου, ο οποίος έλαμπε επειδή είχε τη χάρη του Θεού, προγνώριζε τη μέρα του θανάτου του και παρακάλεσε να του πλύνουν το σώμα (κατά το σύνηθες ). Πριν εγκαταλείψει τον κόσμο τούτο όμως έκανε μια χειρονομία που έδειξε στους γύρω του το μέγεθος της αγιοσύνης του. Ο Βασιλέσκου ο βασανιστής του έφθασε και αυτός στο νοσοκομείο, άρρωστος από φυματίωση. Στις 25 Δεκεμβρίου 1951, ο π Γεράσιμος σηκώθηκε από το κρεβάτι του με πολύ δυσκολία και πήγε στο προσκέφαλο του Βασιλέσκου ο οποίος βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο. Με αγάπη χριστιανική, του έπλυνε το πρόσωπο και του είπε: «Ησύχασε είσαι νέος και δεν ήξερες τι κάνεις. Σε συγχωρώ με όλη μου τη καρδιά. Αφού συγχωρούμε εμείς τότε σίγουρα και ο Χριστός που είναι πιο καλός από εμάς θα σε συγχωρέσει».
Τον εξομολόγησε και τον κοινώνησε. Μετά ο π. Γεράσιμος γύρισε στο κρεβάτι του και παρακάλεσε να του διαβάσουν τις προσευχές και παρέδωσε τη ψυχή του ακούγοντας αγγελικούς ύμνους. Την ίδια νύχτα, τη νύχτα των Χριστουγέννων, ο π. Γεράσιμος και ο Βασιλέσκου έφυγαν μαζί για το Κύριο. Όπως ακριβώς ο ληστής στο σταυρό που γνώρισε το Θεό και μετανόησε για τις πράξεις του.
Τα σώματα τους τα πέταξαν οι κομμουνιστές, όπως συνήθιζαν, για να κρύβουν τα εγκλήματά τους, στους κοινούς λάκκους των φυλακών της Τιργκου – Οκνα.

Πραγματικά ο βίος των νεομαρτύρων των κομμουνιστικών φυλακών είναι το Νέο Πατερικό της Ορθοδόξου εκκλησίας. Ταπεινωμένοι, στριμωγμένοι, φριχτά βασανισμένοι, αντί για μίσος έδειχναν ατελείωτη αγάπη. Ακόμη και ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της σεκιουριτάτε έγραψε στα απομνημονεύματά του ότι σιγουρα στις φυλακές υπήρχε ο Χριστός, αλλιώς δεν αξηγείται πώς κράτησαν την πίστη τους μετά από τόσα βασανιστήρια.

Δ΄
π. Ιουστίνος Πίρβου: μια ζωή αφιερωμένη στο Χριστό

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

«Χωρίς Θεό ο άνθρωπος είναι σαν άδεια πανοπλία. Απ’ όταν φοβάμαι το Θεό δε φοβάμαι τίποτα! Είμαι ένας ελεύθερος άνθρωπος (από την αμαρτία) και κάνω ότι θέλω (για το Θεό και την ψυχή μου). Δε φοβάμαι τους ανθρώπους»

Αυτό το απόφθεγμα δεν θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε να το πει… επειδή και σε έναν εν ζωή άγιο (όπως θεωρείται ο π. Ιουστίνος Πίρβου από την πλειοψηφία όσων τον γνώρισαν) κόστισαν 4 χρόνια φυλακή μαζι με τα 12 χρόνια που είχε κάνει μετά τον πόλεμο.
Στα 90 του χρόνια συνεχίζει να είναι ένα παράδειγμα αντοχής- φυσικής και ψυχικής – στη “χιονοστιβάδα” των ανθρώπων που στέκονται μέρα-νύχτα στην πόρτα του κελιού του στη Μονή Πέτρου – Βόντα – Νεάμτς, με τα προβλήματα και τις στενοχώριες τους και τους οποίους ο γέροντας δέχεται στο κελάκι του, ακουμπώντας το ασκητικό του σώμα σ’ ένα καναπεδάκι όπου στέκεται για πολλές ώρες.

Σε υποδέχεται με ένα βλέμμα γαλάζιο, ζεστό αλλά και διεισδυτικό. Πότε δεν κουράζεται ν’ ακούει τον πόνο των χιλιάδων ανθρώπων που τον επισκέπτονται! Δε σου έρχεται να πιστέψεις πως ένας άνθρωπος που έμεινε στις κομμουνιστικές φυλακές 16 χρόνια, σε κελιά παγωμένα, πεινασμένος, χτυπημένος και φριχτά βασανισμένος ψυχικά και σωματικά, αντέχει στα 90 του χρόνια το άλλο «βασανιστήριο» αυτό του πόνου των ανθρώπων που έρχονται σ’ αυτόν για βοήθεια. Αλλά αυτό δεν εκπλήσσει επειδή:

«Όσοι φυλακίσθηκαν (σ.σ. στις κομμουνιστικές φυλακές) όσοι υποφέρουν και υπέφεραν είναι πιο δεικτικοί στα θαύματα, στο να καταλάβουν το θαύμα της ζωής. Τον άνθρωπο που είναι “έτοιμος” δεν τον τρομάζει ο θάνατος, ούτε φτάνει στην ώρα της Κρίσεως με το σακί αδειανό» (π. Ιουστίνος Πίρβου).

Και ο γέροντας τους ακούει με υπομονή όλους, βάζει το χέρι του στο κεφάλι τους και η παρηγοριά που προσφέρει δεν είναι μικρό πράγμα. Πολλοί ομολογούν ότι δέχτηκαν το Χριστό μετά από την πρώτη συνάντηση μαζί του. Μετά τη πρωινή Θ. Λειτουργία στην πόρτα τον περιμένουν όχι μόνο γέροι, γυναίκες, μοναχοί και μοναχές αλλά και πολλοί νέοι. Για τους νέους λέγει ο π. Ιουστίνος: «Οι νέοι θα τον βρουν το Θεό και θα βρουν και αυτούς που έζησαν εν πνεύματι και αληθεία αν ψάξουν, αν θελήσουν οπωσδήποτε να ζήσουν και αυτοί εν Αληθεία, μια ζωή με αξίες, καθαρή και άξια να πάει στην αιωνιότητα. Ο λόγος που πρέπει ν’ ακούγεται στο εσωτερικό της εκκλησίας είναι: πίσω στη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων και των Αγίων που εδόξασε ο Θεός με αγία λείψανα. Αυτοί είναι τα μοντέλα της Ορθόδοξης Εκκλησίας».
Επίσης ο π. Ιουστίνος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου λέγοντας:
«Τώρα ο διωγμός της Εκκλησίας έχει άλλη μορφή. Οι εχθροί έρχονται με τα “ανθρώπινα δικαιώματα”, με την “ελευθερία συνειδήσεως” όπου κρύβεται η μεγάλη ανηθικότητα. Στόχος είναι η διάλυση του έθνους του οποίου οι αξίες είναι ακριβώς η ταυτότητά μας στον κόσμο. Εάν δε μετανοήσουμε και δε γονατίσουμε δε θα καταφέρουμε τίποτα. Εάν όμως προσευχηθούμε με ζήλο, ο Θεός θα βοηθήσει να ξεπεράσουμε όλες τις δοκιμασίες: την παγκοσμιοποίηση, τον οικουμενισμό και ποιος ξέρει ποια άλλα. ΟΛΑ ΘΑ ΔΙΑΣΚΟΡΠΙΣΘΟΥΝ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ».

πηγή-περιοδικό LUMEA MONAHILOR

Δες:
Θαυμαστά γεγονότα μετά την οσιακή κοίμηση του στάρετς π. Ιουστίνου Pârvu (16.6.2013)

Το θαύμα της Παναγίας του Ντουράου

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας την έχω στην ψυχή μου. Τη λιτανεύαμε την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής περνώντας από διάφορα χωριά. Διανύαμε μια απόσταση 40-50 χιλιομέτρων.

Τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας την έχω στην ψυχή μου. Τη λιτανεύαμε την ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής περνώντας από διάφορα χωριά. Διανύαμε μια απόσταση 40-50 χιλιομέτρων.

Το 1948, το Πάσχα και λίγο πριν τη 14η Μαΐου (σ.σ. η 14η Μαΐου θεωρείται η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου για τη Ρουμανία. Πρόκειται για την πιο ειδεχθή και δολοφονική νύχτα στην πολιτική και κοινωνική ιστορία της Ρουμανίας. Σ’ ένα βράδυ συνελήφθησαν οι πιο άξιοι Ρουμάνοι, κυρίως επιστήμονες και ιερείς οι οποίοι ήταν αφιερωμένοι στο Χριστό στην Ορθοδοξία και στην πατρίδα. Φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και πολλοί απ’ αυτούς δολοφονήθηκαν),βρισκόμασταν με την εικόνα στην Φαρκάτα. Ήμουν σε μια καρότσα στα αριστερά της εικόνας ενώ ο π. Χρυσόστομος στα δεξιά, 4-5 χιλιόμετρα πριν από το μοναστήρι. Ξαφνικά ακούω έναν περίεργο ήχο σαν κάτι να έσπασε.

Κοιτάζω την εικόνα δεν βλέπω τίποτα. Σκύβω λίγο και βλέπω το τζάμι σπασμένο στη γωνία και διαγώνια. Αυτό είχε ακουστεί. Μόλις φτάσαμε στο μοναστήρι, διαβάσαμε ως συνήθως τον Ακάθιστο του Ευαγγελισμού, βάλαμε την εικόνα στη θέση της και διηγήθηκα στον ηγούμενο το συμβάν. Τότε μου λέει: «Να ξέρεις ότι αυτό είναι ένα σημάδι».

Και πράγματι, ήταν ένα σημάδι, επειδή εμένα μετά από λίγες ημέρες (14 Μαΐου) με συνέλαβαν και ξαναγύρισα στο μοναστήρι, στην εικόνα της, μετά από 17 χρόνια.

Οι ταραχές που ακολούθησαν, το γκρέμισμα του παρεκκλησίου όπου γίνονταν λειτουργίες για δεκάδες χρόνια, οι βίλες και τα ρεστωράν όπου έχτισαν εκεί, το κοιμητήριο όπου εξαφάνισαν, δεν διατήρησαν το πνεύμα της παλαιάς μονής.

Αλλά η εικόνα έμεινε μαζί με τους μοναχούς, οι οποίοι μέσω πειρασμών και δοκιμασιών θα σωθούν εάν διατηρήσουν την ορθή πίστη. Και όταν σκέφτομαι την εικόνα, σκέφτομαι τις μοναχές του μοναστηριού που ξέρουν ότι αυτή η εικόνα ευλογεί την αδελφότητα του Ντουράου εδώ και 200 χρόνια.

Και όλες αυτές οι εικόνες έρχονται να δώσουν μαρτυρία το πόσο μας αγαπάει η Παναγία: η Παναγία του Ραράου, του Νέαμτς, του Χαντέμπου, του Αρντεάλ, του Αγ. Όρους, με το κλάμα τους είναι μια συνέχεια του πόνου της Παναγίας και του Σωτήρος Χριστού – ο Οποίος έχυσε δάκρυα με αίμα – για τους χριστιανούς που χάνονται στον ωκεανό της ειδωλολατρίας που κυριαρχεί στους ανθρώπους του αιώνος τούτο

πηγή: περιοδικό Lumea credintei

Ε΄
Ο π. Ιλίε Λακατούσου και ένα θαύμα των Τριών Ιεραρχών

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Διηγείται ο π. Ιουστίνος Πίρβου:
Με τον πατέρα Ιλίε Λακατούσου (1909-1983 – ένας ακόμη ιερέας ομολογητής της ορθόδοξης πίστης στα χρόνια του κομμουνιστικού καθεστώτος της Ρουμανίας. Το σώμα του ανακαλύφθηκε άφθαρτο το 1998. βλ. σχετικά εδώ) μείναμε μαζί τέσσερα χρόνια στην Περιπράβα στο Δέλτα. Διακρίθηκε γενικά για την εσωτερική του δύναμη και για τη σιωπή του. Σπάνια τον άκουγες να μιλάει και όταν το έκανε είχε κάτι σημαντικό να πει. Τις πιο πολλές φορές μας προέτρεπε να προσευχόμαστε όταν βρισκόμασταν σε κίνδυνο. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο έχω να πω ότι ήταν πραγματικά ταπεινός. Ποτέ δεν ήθελε να βγει στην επιφάνεια, προσπαθούσε να περάσει απαρατήρητος.

Θυμάμαι ένα θαυμαστό γεγονός που έλαβε μέρος στο Δέλτα (του Δούναβη),όπου ο πατέρας Ηλίας έπαιξε έναν ρόλο πολύ σημαντικό.

Στις 30 Ιανουαρίου μας έστειλαν στο κανάλι να κόψουμε τύφη (υδρόβιο φυτό).Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Σίγουρος θάνατος. Ήμασταν επιπλέον τρομαγμένοι από το γεγονός ότι οι φύλακες είχαν μαζί τους τέσσερα πολυβόλα. Ίσως ήθελαν να μας εκτελέσουν, πιστεύοντας ότι θα αρνηθούμε να εκτελέσουμε τη διαταγή. Ήταν ένα άνοιγμα εκεί στο νερό γύρω στα σαράντα εκτάρια και η τύφη ήταν πέρα βαθιά. Όλοι αρχίσαμε να λέμε μεταξύ μας ότι δεν πρόκειται να μπούμε. Μας διέταξαν να μπούμε και να βγάλουμε δύο δέσμες.

Για ποιόν το κάναμε εμείς αυτό; Ήταν κάτι άσκοπο. Πώς να μπεις στο νερό; Αν πατήσεις στο βάλτο ποιος θα σε βγάλει; Διστάσαμε στην αρχή.

Τότε ο πατέρας Ιλίε αποφασιστικά μας ενθάρρυνε και μας είπε: «Μπείτε, επειδή αυτοί κάνουν κακές σκέψεις. Θα μας πυροβολήσουν. Μπείτε και η Παναγία και οι Τρεις Ιεράρχες θα μας βγάλουν σώους και αβλαβείς».

Μπήκαμε. Το νερό μας έφτανε μέχρι το πηγούνι. Δουλεύαμε σαν να είμαστε στην ξηρά. Σ’ άλλους το νερό έφτανε μέχρι το λαιμό, σ’ άλλους στο στήθος σ’ άλλους στη μέση, όπως πέτυχε ο καθένας. Μείναμε τρεις ώρες στο νερό και βγάλαμε ό,τι μας ζήτησαν όμορφα, περιποιημένα και στο ίδιο μέγεθος

Η θερμοκρασία ήταν -30 και ο πάγος είχε πάχος 20-20 εκατοστά. Κάτω από τον πάγο φαίνονταν τα κίτρινα ανθισμένα νούφαρα.

Μεγάλο θαύμα έγινε εκείνη την ημέρα. Το πρωί είχε ομίχλη, ήταν ο ουρανός συννεφιασμένος και το κρύο σου τρυπούσε τα κόκκαλα. Ξαφνικά βγήκε ήλιος. Άρχισε να κάνει μια ζέστη που εκπλήσσονταν και οι φύλακες. Βγάλαμε τα ρούχα μας για να στεγνώσουν σαν να τα έβαζες στην πιο ζεστή σόμπα, έτσι όπως έβγαιναν οι ατμοί. Ντυθήκαμε και γυρίσαμε στη φυλακή.

Έτσι η Παναγία και οι Τρεις Ιεράρχες ήταν μαζί μας και μας βοήθησαν εκείνη την παγωμένη τριακοστή ημέρα του Ιανουαρίου. Κανένας δεν αρρώστησε. Χάρη στις προσευχές του πατέρα Ιλίε, αλλιώς όλοι θα ήμασταν νεκροί.

Πηγή: Το βιβλίο »Viata parintelui Iustin Pirvu»

Στ΄
Αυτοβιογραφική ομολογία του συγγραφέα Ιωάννη Ιανολίδε

Από το βιβλίο του ««Ρουμάνοι Ομολογητές και Μάρτυρες του 20ού αιώνα», εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

Είμαι 64 ετών. Στην εφηβική – νεανική μου ηλικία, έως το 1941, αγωνιζόμουν ενάντια στον αστικό κόσμο, ο οποίος είχε καταφρονήσει τη χριστιανική ζωή. Από το 1941 έως το 1964 ήμουν φυλακισμένος, ταλαιπωρημένος και εμπαιγμένος από την κομμουνιστική δικτατορία. Από το 1964 έως και σήμερα είμαι φυλακισμένος στον εαυτό μου, επειδή ο κόσμος με έχει εξοστρακίσει, με έχει εξευτελίσει και με έχει περιφρονήσει. Όχι εγώ, αλλά ο Χριστός μισείται και διώκεται μέσω του ταπεινωμένου ονόματός μου.
Έμεινα περίπου πέντε χρόνια σε απόλυτη απομόνωση, μόνος μου στο κρατητήριο, πεινασμένος και γυμνός. Έμεινα πάνω από 15 χρόνια σε συνηθισμένα δωμάτια, μερικά πολύ μικρά, άλλα μεγαλύτερα, όπου ζούσα μέρα-νύχτα, μαζί με άλλους. Ήμαστε αναγκασμένοι να εκπληρώνουμε όλες τις ανάγκες μας εντός του δωματίου.
Κάποτε ήμασταν στοιβαγμένοι έως και οκτώ άτομα σ’ ένα κρατητήριο δύο τετραγωνικών μέτρων, ώστε κοιμόμασταν δύο, τρεις ή τέσσερις μαζί σ’ ένα κρεβάτι και λόγω του ψύχους κάναμε εντριβές συνεχώς ο ένας στον άλλον. Η αθλιότητα, η αγριότητα των φρουρών, η πείνα, το κρύο και οι αρρώστιες μας φαίνονταν εύκολα μπροστά στην τρομοκρατία που ασκούσαν ο ένας στον άλλον, διάφοροι απελπισμένοι και πολλοί βασανισμένοι άνθρωποι.
Ήμουν πεινασμένος πάνω από είκοσι χρόνια. Ένιωθα το σώμα μου παγωμένο όλα αυτά τα χρόνια της φυλάκισής μου. Ραβδίστηκα, βασανίστηκα, τρομοκρατήθηκα για πολλά χρόνια, μέχρι να καταστραφεί η φυσική και ψυχική μου αντοχή. Εγνώρισα φοβερές εμπειρίες, που ξεπέρασαν τα όρια της υπομονής μου.
Για πολλά χρόνια με απειλούσαν με θάνατο. Για περίπου 15 χρόνια τρομοκρατήθηκα για να «αναμορφωθώ». Αρνήθηκα, φοβούμενος όχι το θάνατο, αλλά την πτώση. Μόνο ο Θεός με προστάτεψε απ’ αυτήν, διότι δεν είναι δυνατό σε άνθρωπο ν’ αντέξει όλα αυτά τα βάσανα.
Στη φυλακή άκουσα καθηγητές, επιστήμονες, λογοτέχνες και έμαθα περισσότερα από όσα μαθαίνει κανείς στο Πανεπιστήμιο. Ξενύχτησα με ανθρώπους που το πρωί οδηγούνταν στο θάνατο. Μερικοί ήταν απελπισμένοι, άλλοι ψυχικά επαναστατημένοι και άλλοι ειρηνικοί. Περιποιήθηκα τον μελλοθάνατο αντιστράτηγο – πρόεδρο του στρατιωτικού δικαστηρίου, που με είχε καταδικάσει! Αυτός ο άνθρωπος είχε εξυπηρετήσει το καθεστώς και υστέρα πετάχτηκε στη φυλακή. Ανέλαβα εγώ να του κλείσω τα μάτια.
Στο τέλος αυτής της δεινής εμπειρίας μόνο ο Χριστός παραμένει ζωντανός, ολόκληρος και αιώνιος μέσα μου. Η χαρά μου είναι τέλεια: ο Χριστός. Προσφέρθηκα σ’ Αυτόν και Αυτός με έκανε άνθρωπο. Δεν μπορώ, με ανθρώπινη σκέψη, να κατανοήσω την αγάπη και πανσοφία Του, αλλά Αυτός είναι το παν για όλη την κτίση. Δοξάζω τον Θεάνθρωπο Χριστό!

Ζ΄
«Ένας άνθρωπος, στον οποίο ζούσε ο Χριστός» (Άγιος Βαλέριος Γκαφένκου)

Του Ιωάννη Ιανολίδε, «Ρουμάνοι Ομολογητές και Μάρτυρες του 20ού αιώνα», εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη.
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

Βρήκα την ευκαιρία να εκθέσω και μερικές δραματικές ιστορίες για την πίστη. Γνώρισα ανθρώπους που είχαν φτάσει στην κατά το ανθρώπινο, πνευματική τελειότητα, στην αγιότητα, στο μαρτύριο – αλλά μέσω ενός εξαντλητικού κοσκινίσματος.
Έχω το θάρρος να ομολογήσω ότι είμαι ένας ευτυχής άνθρωπος, επειδή είδα έναν άνθρωπο στον οποίο ζούσε, σκεφτόταν, χαμογελούσε και νικούσε ο Χριστός. Αυτός ήταν ο Βαλέριος Γκαφένκου.
Μόλις βρήκε τον Κύριο, ο Βαλέριος, εγκατέλειψε τα πάντα και αφιερώθηκε σ’ Αυτόν ολοκληρωτικά και οριστικά. Ακολούθησε η μεγάλη μάχη: ο πόλεμος με τα πάθη, η φύλαξη του στόματος και όλων των αισθήσεων, η αυτοκυριαρχία, η κάθαρση των λογισμών και των πιο λεπτών εσωτερικών κινήσεων, ώστε το άγιο Πνεύμα μπήκε βαθμιαία στο σώμα, στην ψυχή, στο νου, σε όλη τη ζωή του.
Στο κέντρο της αναταραγμένης ζωής της φυλακής, ο Βαλέριος ήταν ο ακράδαντος και ακλόνητος βράχος της πίστεως. Ο εσωτερικός του άνθρωπος είχε ήδη τελειοποιηθεί. Η σφοδρότητά του ήταν άκακη, τα ψυχικά του ύψη ήταν γεμάτα από ταπείνωση. Ήταν αθώος σαν ένα παιδί και ταπεινός σαν ένας μεγάλος αμαρτωλός. Παρόλο που ο Βαλέριος ήταν σεβαστός από όλους, όμως ήταν ταπεινός και υπάκουος. Μολονότι ήταν καταβεβλημένος από τα βάσανα, μυστικές δυνάμεις της θείας Χάριτος τον κρατούσαν δυνατό. Η προσευχή του ήταν η ίδια η ζωή του, η ψυχή του ήταν γεμάτη από τη θεία Χάρη, ο νους του ήταν φορτωμένος με ουράνια δώρα και φώτα. Το εγώ του ήταν νεκρό εν Χριστώ και ο Ιησούς ήταν ζωντανός μέσα του.
Είχε γίνει ένα σύμβολο κι ένα παράδειγμα ζωής, όχι με κενόδοξη πρόθεση, αλλά με τα βιώματά του. Όντας φορέας του Χριστού, ήταν ταπεινός, ευλαβής, νηφάλιος, πάντα ευχαριστημένος και πάντοτε δοξάζοντας το Θεό. Στον Βαλέριο είχε συνδυασθεί η ζωή αυτή με την αιωνιότητα, η ένωση του νου με την καρδιά, του σώματος με την ψυχή, του Θεού με τον άνθρωπο, του ανθρώπου με τη φύση, η ένωση όλων των ανθρώπων εν Χριστώ, η ειρήνη, η αρμονία και η ενότητα του κόσμου.
Επικοινωνούσε ζωντανά, έξυπνα, σοφά με τους ανθρώπους. Ήταν στολισμένος με μια μυστική δύναμη να προσελκύει, να εντυπωσιάζει, να φωτίζει τόσο τους φίλους, όσο και τους εχθρούς. Ο λόγος του ήταν πλήρης αυθεντίας, πειθούς, γνησιότητας. Ο Βαλέριος κατακτούσε, πόλωνε, θάμπωνε.

Θαυμαστά γεγονότα από την μαρτυρική ζωή του φυλακισμένου Αγίου Βαλερίου Γκαφένκου

Του Ιωάννη Ιανολίδε, από το προαναφερθέν έργο. Πηγή εδώ.

Η ζωντανή παρουσία της Παναγίας

Τα Χριστούγεννα ο Βαλέριος ήταν αρκετά ζωογονημένος. Τη νύχτα εκείνη των αγγελικών ψαλμωδιών συνέθετε τα θαυμάσια κάλαντα των κρατουμένων του Τίργου Όκνα.
Στο διπλανό κρεβάτι ξεψύχησε ο αρχιμανδρίτης Γ. Είχε έλθει σε σοβαρή κατάσταση από το Κανάλι του Δούναβη και ήταν ένας από τους στύλους της αντίστασης. Τη νύχτα της Γεννήσεως του Ιησού ο αρχιμανδρίτης πέρασε στον ουρανό. Έφυγε με ακλόνητη την πίστη του. Επειδή δεν είχε καλά ρούχα, διότι τα δικά του ήταν βρεγμένα από τον ιδρώτα, ο Βαλέριος πρόσφερε τα δικά του και κράτησε για τον εαυτό του τα ρούχα του ιερέα.

-Αυτά είναι τα μοναστικά μου άμφια! Είπε συγκινημένος. Με αυτά να με κηδέψετε!

Εκείνη τη νύχτα των Χριστουγέννων δε θα την ξεχάσω ποτέ. Τριγυρνούσα συνεχώς από τον ένα ασθενή στον άλλο, παίρνοντάς τους το σφυγμό και κοιτώντας τους. Κάθε τόσο κοίταζα και τον Βαλέριο. Ήταν χαρούμενος, μακάριος μέσα του, με τα βλέφαρα κλειστά, με το κεφάλι κατεβασμένο στο στήθος.
Μόλις τελείωσα τη διακονία μου, αισθάνθηκα ότι με καλεί με τη ματιά του. Με παρακαλεί να πάω κοντά του. Με κοιτούσε με ένα βάθος που ποτέ μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν τον είχα αισθανθεί. Έκανε το σταυρό του. Μετά πήρε το χέρι μου. Ένα βαθύ ρίγος με διεπέρασε. Ο Βαλέριος ήταν πολύ συγκεντρωμένος, κάτι παράξενο γι’ αυτόν διότι με την προχωρημένη πνευματική του κατάσταση μπορούσε να παραμείνει χαλαρός μέχρι και στις πιο οδυνηρές φάσεις, που έπρεπε όλοι εμείς να περάσουμε. Ένιωσα ότι θέλει να μου πει κάτι.

-Ιωάννη, εσύ είσαι ο καλύτερός μου φίλος, μου είπε. Αλλά τώρα δεν έρχομαι σαν φίλος σε σένα. Έρχομαι να σου ζητήσω μια συμβουλή, να σου κάνω υπακοή. Θέλεις να με ακούσεις;

-Σε ακούω, απάντησα, αλλά δεν ξέρω αν είμαι άξιος για την εμπιστοσύνη σου σε μένα.

Ο Βαλέριος έκλεισε τα μάτια και μου είπε ήρεμος:

-Αυτή την νύχτα αγρυπνούσα. Περίμενα να ακούσω τη μελωδία από τα κάλαντα που συνέθετα. Ήθελα να είναι πολύ ωραία. Την έψαλλα στο νου μου. Την αισθάνθηκα να κατεβαίνει από τους ουρανούς. Ήμουν άγρυπνος, νηφάλιος και ήρεμος όταν ξαφνικά σήκωσα τα μάτια μου και στην άκρη του κρεβατιού είδα την Παναγία, ντυμένη στα λευκά, όρθια, ζωντανή, πραγματική. Ήταν χωρίς το Βρέφος. Η παρουσία της μου φαινόταν ζωντανή. Η Παναγία ήταν πραγματικά δίπλα μου. Ήμουν πολύ ευτυχής. Είχα ξεχάσει τα πάντα. Τότε Αυτή μου είπε:
Εγώ είμαι η αγάπη σου! Να μη φοβάσαι! Να μην αμφιβάλλεις! Η νίκη θα είναι του Υιού μου! Αυτός αγίασε τώρα αυτό τον τόπο και τον ετοίμασε για όσα θα γίνουν στο μέλλον. Οι δυνάμεις του σκότους αυξάνουν και ακόμη θα φοβίζουν τον κόσμο, αλλά θα αφανιστούν. Ο Υιός μου περιμένει τους ανθρώπους να επιστρέψουν στην πίστη. Σήμερα οι υιοί του σκότους είναι πιο ατρόμητοι από τους υιούς του φωτός. Έστω κι αν σας φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια πίστη στη γη, να ξέρετε ότι η απολύτρωση θα έλθει, αλλά με φωτιά και εμπρησμούς. Ο κόσμος πρέπει ακόμη να υποφέρει. Εδώ, όμως, υπάρχει πολλή πίστη και ήρθα να σας ενθαρρύνω. Κρατείτε την ομολογία σας. Ο κόσμος ανήκει στον Χριστό!

Μετά η Παναγία εξαφανίστηκε και εγώ έμεινα πλημμυρισμένος από ευτυχία.
Ο Βαλέριος μιλούσε απλά, ανοιχτά, χωρίς υπηρηφάνεια. Η ψυχή του ήταν σαν ένα βάζο από γνήσιο κρύσταλλο, ένα βάζο που αξιώθηκε να δεχτεί τον Χριστό. Η ταπεινή του σκέψη και η ειρήνη με την οποία μου μίλησε μου έδωσαν την πεποίθηση ότι αυτό που έζησε δεν ήταν πλάνη. Αισθανόμουν κι εγώ αγιασμένος, ανακαινισμένος, συμμετέχοντας στο θαύμα. Με συστολή, αλλά και με πεποίθηση του είπα απλά:

-Ο Θεός μας προστατεύει. Εμείς μπορούμε να πέσουμε, αλλά Αυτός θα νικά. Χρειαζόμαστε πίστη και τώρα μπορούμε να έχουμε περισσότερη. Να προσευχόμαστε!
Είπαμε μαζί μια σύντομη προσευχή. Και, στην ησυχία του θαλάμου 4, που ήταν χώρος για τους ετοιμοθάνατους, για μια στιγμή οι ψυχές μας ενώθηκαν και ανέβηκαν στον ουρανό.


Ο άγιος Βαλέριος. Από το αναλυτικό αφιέρωμα VALERIU GAFENCU – The Saint of the Prisons and Prisoners.
Άλλα πατερικά φύλλα

Δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Βαλέριος μου εξομολογήθηκε τέτοια υψηλά βιώματά του. Μια άλλη μέρα, όχι κοντά στα Χριστούγεννα, με παρακάλεσε ξανά να τον ακούσω. Μου είπε:
-Χθες αργά τη νύχτα προσευχόμουν. Ένιωθα παρηγορημένος από τη Χάρη του Θεού και χαιρόμουνα μυστικά για το δώρο που μου είχε δοθεί. Ήμουν άγρυπνος, είχα πλήρη συνείδηση και ευτυχία. Ξαφνικά ένιωσα κάτι εξαίσιο να γίνεται μέσα μου, χωρίς να ελέγχεται από τη θέλησή μου. Η ψυχή άρχισε να με εγκαταλείπει. Όχι μόνο δε φοβόμουν, αλλά ήξερα ότι αυτό δεν ήταν ο θάνατός μου. Όσο η ψυχή εγκατέλειπε το σώμα, τόσο η εσωτερική μου χαρά αύξανε. Η ψυχή ανέβηκε σιγά σιγά προς το στήθος, το λαιμό, το κεφάλι. Αισθανόμουν ευτυχής, καθαρός, φωτισμένος από ένα άγιο φως. Ποτέ ο νους μου δεν ήταν τόσο ανοιχτός. Ήξερα ότι ο Κύριος είναι μαζί μου. Ήμουν ευτυχής διότι ήμουν υπό την προστασία Του. Ο χρόνος έδειχνε να έχει διασταλεί. Δεν ένιωθα πια τον πόνο του σώματός μου. Κοιτούσα το σώμα μου χωρίς να το επιθυμώ και χωρίς να το αποβάλλω. Η ζωή και η ύλη μου φαίνονταν υπέροχα θαύματα. Η ψυχή προσέγγισε γρήγορα στο στόμα και βγήκε από το σώμα. Ήξερα εκείνη τη στιγμή ότι μπορώ να πάω οπουδήποτε θέλω, χωρίς το εμπόδιο της ύλης. Ήταν κάτι το υπέροχο! Με πλημμύρισε μια ανεκδιήγητη χαρά. Ο πρώτος μου λογισμός ήταν να πάω να δω την οικογένειά μου, αλλά θυμήθηκα τις συμβουλές των Αγίων Πατέρων από το Γεροντικό, που διατάζουν «να μην επαφίεσαι στην ενέργεια των πνευμάτων εκτός αν κάνεις υπακοή, για να μη σε ξεγελάσει ο διάβολος και σε πλανήσει». Θυμήθηκα τον ερημίτη που έβλεπε το δαίμονα σαν άγγελο φωτός…. Λοιπόν, ενθυμούμενος εγώ όλα αυτά, φοβήθηκα μήπως πλανηθώ και αποφάσισα να γυρίσω στο σώμα. Τώρα να, υποβάλλομαι στην υπακοή. Πες μου τί να κάνω και ακριβώς έτσι θα κάνω!
Ακούγοντάς τον, έφριξα. Ζήτησα τρεις μέρες για να προσευχηθώ. Μετά από αυτές τις μέρες πήγα κοντά του και του είπα:
-Πιστεύω ότι είναι ενέργεια του Θεού. Η ταπείνωσή σου είναι εγγύηση της αλήθειας και του καλού. Εσύ κάνεις υπακοή σε μένα, αλλά δεν έχω τέτοια βιώματα, δεν έχω ποιον να συμβουλευτώ, ούτε πνευματικά βιβλία να μελετώ. Αισθάνομαι ανάξιος για τέτοια τιμή και φοβούμαι γι’ αυτή την ευθύνη. Δεν αμφιβάλλω για τα θαύματα, αλλά δε νομίζω ότι είναι απαραίτητα για τη σωτηρία μας. Δοξάζω τον Θεό για όλα που γίνονται με μας, με σένα μέσω Αυτού! Η συμβουλή μου είναι να προσέχεις. Είναι καλά, που ρώτησες. Να μην προχωρήσουμε πολύ, διότι δεν είμαστε έμπειροι. Να αποφεύγουμε τους πειρασμούς!
Ο Βαλέριος με αφουγκράστηκε και δέχτηκε όλα όσα του είπα, χωρίς καμιά λύπη, αμφιβολία ή αντίδραση. Παρέμεινε ήρεμος και σύμφωνος με την απόφασή μου. Είχε ταπείνωση και γι’ αυτό μου εμπιστεύτηκε τη θεϊκή κατάσταση που ζούσε.

Η διαθήκη του

Κάθε μέρα που περνούσε ο Βαλέριος πλησίαζε προς το θάνατο. Στους τελευταίους μήνες της ζωής του ήταν ζωηρός, χαρούμενος, έγραφε ποιήματα και μας μιλούσε ενθουσιαστικά. Την ημέρα της γιορτής της Υπαπαντής του έτους 1952 μας κάλεσε, έμενα και τον Γεώργιο Ζιμπόιου, και μας είπε:

-Επιθυμώ πολύ να λατρεύουμε τον Θεό πάντοτε και με κάθε τρόπο. Είμαστε οι υιοί της Εκκλησίας και δε θ’ αποχωρήσουμε απ’ αυτήν. Αρχίζει μια καινούργια εποχή στον κόσμο, η οποία πρέπει να γεμίζει με χριστιανικό πνεύμα και με χριστιανικές ιδέες και δράσεις. Ο Χριστιανισμός ξαναζωντανεύει, αλλά τα καθήκοντα των χριστιανών είναι μεγάλα. Είναι καιρός για μια καινούργια αποστολική δράση. Από τον Γολγοθά ο Κύριος λέει ότι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι και καλούνται στην αλήθεια μέσω θυσίας. Αλλά μέχρι τη θυσία έχουμε την πίστη, τη μετάνοια, τον αγώνα, την τόλμη, την αντιμετώπιση των εχθρών, την αναπτέρωση των ανθρώπων, την αναγγελία του Ευαγγελίου στους φτωχούς και στους απόκληρους της ζωής, την κήρυξη των Μακαρισμών και της Βασιλείας του Θεού. Όλα αυτά και πολλά άλλα είναι αρετές και μέθοδοι που τις ανακαλύπτουμε στη ζωή και στη διδασκαλία του Κυρίου. Αν δεν αρχίσει από τώρα η Βασιλεία του Θεού, δε θα υπάρχει ούτε στα έσχατα. Έμπρακτα, αυτή ήδη άρχισε με τον Χριστό και συνεχίζεται διά της ενεργείας του αγίου Πνεύματος. Υπάρχει μια ενότητα και συνέχεια στον κόσμο και στη ζωή. Άρα να μην εγκαταλείπουμε κανένα επίπεδο της ύπαρξής μας, αλλά μέσω όλων και σε όλα να είμαστε χριστιανοί. Οι εχθροί είναι πολλοί, έξω και μέσα, αλλά να μην ξεχάσουμε ότι η μάχη μας είναι εναντίον των δυνάμεων του σκότους. Η ψυχική δομή του πολιτισμένου ανθρώπου είναι χωρίς Θεό. Η Εκκλησία δεν έχει κοσμική εξουσία. Χρειάζεται τρέλα για τον Χριστό, για να γίνει ο κόσμος πάλι χριστιανικός. Οι άνθρωποι έχασαν και το μέτρο και το σκοπό. Εδώ εμείς έχουμε ξαναανακαλύψει τον Χριστό, την Εκκλησία και το Χριστιανισμό. Πιστεύω ότι είναι πολύ αναγκαίο να υποσχεθούμε ότι θα είμαστε οι υποτακτικοί του Χριστού και οι υπηρέτες των ανθρώπων. Δεν μπορούμε να είμαστε ευχαριστημένοι με το λίγο, αλλά πρέπει να ποθούμε όλα εν Χριστώ και Αυτός θα τελειοποιεί τα πάντα για τους υποτακτικούς Του. Έχουμε μέσα μας μια τόσο δυνατή εμπειρία, ώστε είμαστε πλημμυρισμένοι από φως. Προσευχήθηκα πολύ πριν να σας μιλήσω και νομίζω ότι ο Θεός με ώθησε και με φώτισε… Λοιπόν, σας παρακαλώ να μου πείτε αν θέλετε να δεσμευθούμε να υπηρετούμε τον Χριστό με τον τρόπο που Αυτός θα μας αποκαλύψει. Ο τρόπος διοργάνωσης θα έλθει εν καιρώ. Χωράνε και οι έγγαμοι και οι άγαμοι. Δεν έχουμε από που να πάρουμε ευλογία, αλλά την ζητούμε από Πάνω. Ας προσευχηθούμε μαζί.

Ο Βαλέριος πρόφερε τις λέξεις καθαρά και ήρεμα, σαν να έβγαινε η τόλμη και η δύναμή του με την οποία μιλούσε όχι από μέσα του, αλλά από τον ίδιο τον Χριστό. Όντας προνοητικοί, λόγω της συγκυρίας της φυλακής, κάναμε μαζί μια σύντομη προσευχή, διά της οποίας καλέσαμε τον Χριστό στις καρδιές μας και στα έργα όλης της ζωής μας.

Ήμασταν τότε τρεις! Απ’ αυτούς επιβίωσα μόνο εγώ, διότι ο Βαλέριος και ο Γεώργιος ανέβηκαν στους ουρανούς. Κουβαλάω αυτό το πελώριο και άγιο φορτίο. Πιστεύω ότι ζω μόνο επειδή ο Θεός έχει ένα σχέδιο για μένα σαν υπηρέτη Του. Ενεργώ όπως υπαγορεύει η συνείδησή μου και είμαι υπόλογος για όσα γράφω εδώ. Έχω απόλυτη ψυχική ησυχία, είμαι νηφάλιος διανοητικά, απαλλαγμένος από τρόμο και πανικό, ώστε να μπορώ να ομολογώ, χωρίς να παραποιώ την πραγματικότητα. Προσεύχομαι θερμά στον Θεό να με βοηθήσει και παρακαλώ τους ανθρώπους να σταματήσουν το ξέφρενο τρέξιμο της ζωής τους και να σκέφτονται πιο βαθειά το νόημα της ζωής τους.

Τελειώνει το τρέξιμο….

Οι ημέρες περνούνε ειρηνικά. Ο Βαλέριος ήταν πλημμυρισμένος από μια μυστική εσωτερική χαρά. Η κακουχία του είχε υποχωρήσει. Άνθιζε στο πρόσωπό του ένα φωτεινό χαμόγελο. Εξέπεμπε γύρω του ένα πνεύμα βαθειάς ειρήνης. Πήγαινα σ’ αυτόν με εμπιστοσύνη και ελπίδα. Οι ψυχές μας υποκλίνονταν στο στήθος του και δέχονταν δύναμη και ενίσχυση.
Τη νύχτα της 18ης Φεβρουαρίου ήμουν σε μια κατάσταση εγρήγορσης, χωρίς ταραχές και ανησυχίες. Αγρυπνούσα χωρίς να το είχα προγραμματίσει από πριν. Το πρωί, όταν ο δεσμοφύλακας άνοιξε την πόρτα, ήμουν ήδη ντυμένος. Έφυγα ήρεμος. Αισθανόμουν μέσα μου ότι με θέλει ο Βαλέριος. Ένιωθα μέσα μου ότι κάτι γίνεται. Στις σκάλες με συνάντησε ένας κρατούμενος γιατρός, ο οποίος μου είπε:

-Έλα, ο Βαλέριος δεν έχει σφυγμό! Σήμερα θα τελειώσει!
Δεν ταράχτηκα, δεν τρόμαξα, ούτε ένιωσα κανένα πόνο. Μου φαινόταν ότι είναι φυσική κατάσταση και απάντησα:
-Ξέρω!

Όταν έφτασα στο θάλαμο 4, ο Βαλέριος ήταν ακόμη ακουμπισμένος στην άκρη του κρεβατιού, με το κεφάλι κατεβασμένο στο στήθος, με τα μάτια κλειστά, και χαμογελούσε ευτυχής, παρόλο που κύματα πόνου ακόμη του αυλάκωναν το μέτωπο. Με αισθάνθηκε, άνοιξε τα μάτια και μου είπε:

-Καλώς όρισες. Σήμερα θα καθίσεις δίπλα μου. Τελειώνει το τρέξιμο!
-Καλά, Βαλέριε, του είπα, θα είμαι εδώ συνεχώς.
-Να φροντίζεις να εκτελούνται όλα τα απαραίτητα. Στην κατάσταση που βρίσκομαι, εγώ μάλλον θα ξεχάσω κάτι.

Στην πραγματικότητα αυτός δεν είχε ξεχάσει τίποτε, αλλά με πήρε μαζί του στα μονοπάτια του. Γύρω στις 9 κάλεσε τον ιερέα, εξομολογήθηκε και κοινώνησε, λάμποντας από χαρά.

Αποχωρισμοί

Γρήγορα ακούστηκε μεταξύ των κρατουμένων ότι ο Βαλέριος θα πεθάνει. Στο δωμάτιό του υπήρχε ατμόσφαιρα περισυλλογής. Ο W., που συνήθως ήταν πολύ ομιλητικός, τώρα καθόταν ακίνητος στο κρεβάτι του και με τα μάτια γεμάτα κατάπληξη, σαν να βρισκόταν μπροστά σ’ ένα θαύμα.
Οι φίλοι ήρθαν ο ένας μετά τον άλλο να τον αποχαιρετίσουν. Μέχρι και οι αναμορφωτές ενημερώθηκαν και, εντυπωσιασμένοι, ήθελαν κι αυτοί να τον δουν. Και ο δεσμοφύλακας, που είχε ξέχωρη κακία, εκείνη τη μέρα εξαφανίστηκε, ώστε τίποτε δεν διατάρασσε την ατμόσφαιρα ειρήνης και μυστηρίου.
Ο Βαλέριος εξασθενούσε όλο και περισσότερο, αλλά η ψυχή του ήταν όλο και πιο ζωντανή και ισχυρή. Άλλοτε ζητούσε νερό, κι άλλοτε με παρακαλούσε να του σιάξω τη γαμψή πλάτη του. Μίλησε πολλές φορές. Κάθε φορά, ύστερα από τη σύντομη ομιλία του ξεκουραζόταν με το κεφάλι κατεβασμένο επάνω στο στήθος. Μερικοί φίλοι του έψαλλαν κάποιες από τις μελωδίες του. Τις άκουσε και τους ευχαρίστησε με ευγνωμοσύνη.

-Να δοξάζετε τον Θεό σε όλη τη ζωή σας! τους είπε. Απευθύνθηκε ύστερα σ’ ένα νεαρό σπάνιας πνευματικότητας και του είπε:
-Εσύ είσαι ένα λουλούδι! Δώρισε όλο το άρωμα της ψυχής σου σ’ Εκείνον που σου έδωσε τόσο όμορφα χαρίσματα!

Σε κάποιον άλλον είπε:

-Μη φοβάσαι να εμπιστεύεσαι στον Χριστό, και για όλες τις ατέλειές σου θα λάβεις απάντηση, και θα γνωρίσεις τη ζωή και τον κόσμο εν Αγίω Πνεύματι.

Ήλθε κι ένας ποιητής. Ο Βαλέριος τον κοίταξε με αγάπη:

-Εσύ έχεις χάρισμα και πρέπει να το αφιερώσεις στον Χριστό! Χρειάζεται ένας χριστιανικός πολιτισμός. Οι ποιητές έχουν μεγάλα χαρίσματα και μεγάλες ευθύνες. Δοξάζετε τον Θεό για όλα τα έργα Του!

Ο ποιητής ήταν τόσο συγκινημένος, ώστε δεν κατάλαβε τί του είχε πει. Άλαλος βγήκε έξω και με φώναξε, παρακαλώντας με να του επαναλάβω τα λόγια του Βαλερίου.
Ήρθε κι ένας προτεστάντης γιατρός, που τον είχε νοσηλεύσει τον τελευταίο καιρό:

-Κύριε γιατρέ, είμαι ευγνώμων για την αγάπη που μου δείξατε, του είπε. Εμείς είχαμε συχνές θεολογικές διαφορές στη συζήτηση. Το τέλος της ζωής μου είναι μια τελευταία ορθόδοξη ομολογία. Θα χαιρόμουν πολύ να επιστρέψετε στην αληθινή Εκκλησία.

Κάθε φορά που άρχιζε να μιλάει, ο Βαλέριος ανέδιδε δύναμη και αυτό με εντυπωσίαζε. Η Χάρη ήταν μέσα του κι εγώ μοιραζόμουν το φως του. Όλα γίνονταν φυσικά, απλά και χωρίς πρόθεση, σαν ένα έργο του Θεού.
Ήρθε και ο Εβραίος πάστορας W., ευλαβικός και συνεσταλμένος αυτή τη φορά.

-Δόξα τω Θεώ που έφτασα εδώ! είπε. Ο Θεός μ’ έφερε εδώ για τη δική μου σωτηρία. Εδώ γνώρισα πραγματικά τον Χριστό. Σ’ ευχαριστώ για ό,τι έκανες για μένα. Τα λόγια που μου είχες πει δε θα παραμείνουν άκαρπα, ούτε η ορθόδοξη αλήθεια που μου είχες αποκαλύψει. Συγχώρησέ με για τις προκληθείσες φασαρίες. Προσεύχου για μένα, διότι χρειάζομαι την προσευχή σου. Επιθυμώ να μπούμε από την ίδια πόρτα στην Βασιλεία του Θεού!

Ο Βαλέριος του απάντησε:

-Χαίρομαι που συναντηθήκαμε. Καταλαβαίνω την αγωνία σας, αλλά σας παρακαλώ να έλθετε στον Χριστό, όπως ο Παύλος, χωρίς δισταγμό ή επιφύλαξη. Να Τον παρακαλέσουμε μαζί για τη μετάνοια και τον εκχριστιανισμό του εβραϊκού λαού. Κάθε έθνος από τον κόσμο, και ιδιαίτερα οι Εβραίοι, έχουν τη σωτηρία μόνο εν Χριστώ. Η χάρη του Κυρίου να σας φέρει στην αλήθεια!

Ο W. ήταν βαθειά συγκινημένος. Γύρισε στο κρεβάτι του και συνέχισε να κοιτάζει από εκεί τον Βαλέριο.
Γύρω στις δέκα έγινε η ιατρική επίσκεψη. Ήταν μια μεγαλόψυχη γιατρίνα, που εξέτασε τον Βαλέριο και κατάλαβε ότι έφτασε η τελευταία μέρα του. Ήταν καταφανώς συγκινημένη. Ο Βαλέριος της είπε:

-Σας ευχαριστούμε για όλα που κάνετε για μας. Μάλλον αύριο, ακόμη ένας θα λείπει από το θάλαμο 4. Σας παρακαλούμε, αν μπορείτε, να πάρετε την έγκριση για να υπάρχει σ’ αυτό το χώρο ένα φως και τη νύχτα.

Να συνεχίζετε σ’ αυτό το πνεύμα!

Τώρα ήταν όλο και πιο καταβεβλημένος. Ο τράχηλός του δεν μπορούσε να στηρίξει το κεφάλι του και το στήριξα εγώ με το χέρι μου. Ζούσα τότε με το αίσθημα ότι ξεσκεπάζονται τα μυστήρια της δημιουργίας. Είχα την αίσθηση πως οι πατούσες μου είχαν από κάτω ένα είδος πανιού και πατούσα ανάλαφρα. Η ψυχή μου είχε το συναίσθημα της πληρότητας. Ήμουν τόσο ευτυχής εκείνες τις ώρες, ώστε ποτέ δε θα τις ξεχάσω. Και στην αιωνιότητα δεν επιθυμώ υψηλότερη γαλήνη απ’ αυτήν, διότι ήμουν τελείως ευτυχής. Πιστεύω ότι ο Χριστός ήταν παρών μέσα στον Βαλέριο. Μόνο έτσι μπορώ να εξηγήσω την κατάσταση Χάριτος στην οποία ζούσε αυτός, καθώς και την έκπληξή μου, και των παρόντων φίλων μου, σ’ αυτό το περιστατικό.

Με τις τελευταίες του δυνάμεις ο Βαλέριος μου είπε:

-Πρώτα ο νους και η ψυχή μου προσκυνούν τον Κύριο. Ευχαριστώ που έφτασα εδώ. Πάω σ’ Αυτόν. Σας παρακαλώ πολύ να Τον ακολουθείτε, να Τον δοξάζετε και να Τον υπηρετείτε. Είμαι ευτυχής διότι πεθαίνω για τον Χριστό. Σ’ Αυτόν οφείλω το σημερινό δώρο. Όλα είναι ένα θαύμα. Εγώ φεύγω, αλλά εσείς έχετε ένα βαρύ σταυρό και μια αγία αποστολή. Το επιτρέπει ο Κύριος, και από κει που θα είμαι, θα προσεύχομαι για σας και θα είμαι μαζί σας. Θα έχετε πολλά βάσανα. Να είστε πέτρινοι στην πίστη, διότι ο Χριστός νικά όλους τους εχθρούς Του. Να είστε θαρρετοί και να προσεύχεσθε! Φυλάξτε απαρασάλευτη την αλήθεια, αλλά να αποφεύγετε τον φανατισμό. Η τρέλα της πίστεως είναι θεϊκή δύναμη, και γι’ αυτό είναι ισορροπημένη, νηφάλια και βαθειά ανθρώπινη. Να αγαπάτε και να υπηρετείτε του ανθρώπους. Χρειάζονται πολλή βοήθεια, διότι οι αετονύχηδες εχθροί θέλουν να τους πλανήσουν. Ο αθεϊσμός θα νικηθεί, αλλά προσέξτε με τι θα αντικατασταθεί!

Κάθε τόσο σταματούσε για να ξεκουραστεί.

-Σας ευχαριστώ από καρδίας για ό,τι κάνατε για μένα. Σας παρακαλώ να με συγχωρείτε… Να με συγχωρέσει ο κάθε άνθρωπος στον οποίο έχω αμαρτήσει σε κάτι. Σκέφτομαι με πολλή αγάπη τη μητέρα και τις αδελφές μου. Επιθυμώ να πορεύονται προς τον Κύριο. Παρακαλώ να τις φροντίζετε. Η διαθήκη μου είναι ο σημερινός μου λόγος. Οι χριστιανοί πρέπει να βάλουν μια νέα αρχή, πιο καθαρή, πιο κοντά στην αλήθεια… Παρακαλώ τους χριστιανούς Πολιτευτές να υπακούσουν στον Χριστό και να ακολουθούν τη διδασκαλία Του. Αυτοί έχουν πάρα πολύ μεγάλες ευθύνες….

Ήταν η ώρα μετά τις 12. Έξω χιόνιζε με μεγάλες, βελούδινες νιφάδες, που έπαιζαν στον αέρα. Οι ασθενείς έφαγαν το γεύμα τους. Ο Βαλέριος ζούσε και έφτυνε ταυτόχρονα. Ανάσαινε με δυσκολία. Μιλούσε σπάνια. Εγώ ήμουν όλο και πιο βαθειά συγκινημένος.

-Ιωάννη, μου είπε, να συνεχίζετε να ζείτε σ’ αυτό το πνεύμα! Εδώ ενήργησε ο Θεός!

Ακολούθησε ένα μεγάλο διάλειμμα. Έδειχνε να σβήνει για λίγο το πρόσωπό του και μετά έγινε πάλι ήρεμος, ωραίος, ευτυχής. Πρόλαβε να πει μόνο:

-Τελείωσε!

Σήκωσε τα γαλανά του μάτια προς τον ουρανό και είδε, σαν σε αποκάλυψη, βαθειά και καταπληκτικά θαύματα. Τα πάντα είχαν ντυθεί ένα απόκοσμο, αλλά πραγματικό φως. Ήταν ένα είδος τέλειας πραγματικότητας, της οποίας το θέαμα σ’ έκανε ευτυχή. Έκλαιγα με λυγμούς.
Ξεψύχησε γύρω στη μία το μεσημέρι, στις 18 Φεβρουαρίου του έτους 1952. Οι καμπάνες της κοντινής Σκήτης άρχισαν να αναγγέλλουν το πένθος μας. Τα δάκρυά μου έπαψαν.

Χωρίς σταυρό, χωρίς όνομα….

Ο Βαλέριος ήταν ωραίος, πιο ωραίος από άλλοτε. Έσβησα το μικρό κερί που ήταν αναμμένο στα τελευταία λεπτά της ζωής του. Ξέχασα να πω ότι εκείνη τη μέρα φώναξε τον ιερέα, γύρω στις εννέα, και κοινώνησε λάμποντας από χαρά. Τον έντυσα. Στο στόμα του έβαλα ένα μικρό ασημένιο σταυρό, που είχε καταφέρει να τον διαφυλάξει από όλες τις έρευνες.

-Να μου τον βάλετε στο στόμα, για να αναγνωριστώ! Μου είπε.

Ήρθε το φορείο. Όλοι οι κρατούμενοι ήταν στην αυλή, σε αναμονή. Όταν περάσαμε με το φορείο την εξώθυρα, σταματήσαμε, κι αυτοί όλοι έβγαλαν τα καπέλα τους και προσκύνησαν. Τον πήραν δύο κρατούμενοι που είχαν την ευθύνη των κηδειών.
Δύο μέρες τον άφησαν στη μεγάλη αυλή, ενώ έξω χιόνιζε συνέχεια, και τον κήδεψαν τη νύχτα. Ένα από τα πράγματά του το πήραν οι δεσμοφύλακες, αλλά πολλά φυλάχτηκαν σαν αναμνηστικά από τους φίλους του. Στον τάφο του δεν τοποθετήθηκε κανένας σταυρός, ούτε γράφτηκε το όνομά του πουθενά. Ο Βαλέριος παρέμεινε ζωντανός και παρών ανάμεσά μας. Πολλοί τον ονειρεύθηκαν τις επόμενες μέρες. Το άγγελμα περί του θανάτου του διαδόθηκε σ’ όλες τις φυλακές και πολλοί τον μνημονεύουν με ευλάβεια.

Διάβασε εδώ και την αντίστοιχη περίπτωση του νεαρού φιλοσόφου αγίου μεγαλομάρτυρα Κωνσταντίν Οπρισάν (1921-1958).

Ο άγιος Κωνσταντίν Οπρισάν. «Τον χτυπούσαν στο στήθος και στην πλάτη, του είχαν καταστρέψει τα πνευμόνια. Αλλά εκείνος προσευχόταν όλη μέρα. Ποτέ δεν είπε κάτι κακό για τους βασανιστές του, μόνο μιλούσε για το Χριστό»… «Στα 1946-1947, ήταν ο καλύτερος γνώστης της φιλοσοφίας των υπαρξιακών φιλοσόφων. Ήταν καλύτερος και από τους καθηγητές του».
Η΄
π. Αρσένιος Παπατσιόκ, ο 96χρονος Γέροντας του πόνου και της ταπείνωσης

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ

Ο γέροντας Αρσένιος Παπατσιόκ γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1914 στην Γιαλόμιτσα. Τον Ιανουάριο του 1947 έγινε δεκτός ως δόκιμος στην μονή Κόζια, ενώ τον Ιανουάριο του 1949 πήγε στην Σιχαστρία, όπου ηγούμενος ήταν ο γέροντας Κλεόπας Ιλίε. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους τον έστειλαν στη Μονή Κόζια, όπου και εκάρη μοναχός, έχοντας ως πνευματικό ανάδοχο τον γέροντα Πετρώνιο Τανάσε (νυν ηγούμενο της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου –Αγίου Όρους). Το 1950 μετά από επιθυμία του πατριάρχη Ιουστινιανού, ο οποίος ήθελε να μετατρέψει τη μονή σε λαύρα του ρουμανικού μοναχισμού, στάλθηκε στη Μονή Σλάτινα. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1950 χειροτονήθηκε ιερέας και για 8 χρόνια ήταν υποτακτικός [=πνευματικός μαθητής] του γέροντα Κλεόπα Ιλίε.

Την 14η Ιουνίου 1958 συνελήφθη από τους κομμουνιστές και καταδικάστηκε σε 20ετή κάθειρξη περνώντας από τις πιο σκληρές φυλακές. Από το 1976 είναι πνευματικός στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Τερκιγκιόλ-Κονστάντσα.

– Πού ήταν πιο δύσκολα; Στην έρημο ή στη φυλακή;

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

-Παρακαλώ να μας εξηγήσετε αυτό που λέει ο άββας Αμμωνάς στο γεροντικό: «Πρέπει να »γκρεμίσεις» τον εαυτό σου για να τον φτιάξεις από την αρχή».
π.Αρσένιος: -Να γκρεμίσεις δηλαδή τον παλαιό άνθρωπο για να βάλεις τα νέα θεμέλια. Να γκρεμίσεις δηλαδή τον παλαιό άνθρωπο, την πτώση του Αδάμ που έχει αποτυπωθεί σ’ εμάς και που φεύγει με τη βάπτιση. Εάν έπινες να μην ξαναπιείς, να γκρεμίσεις το παλιό που σε είχε κυριεύσει και να γίνεις ένας εν Χριστώ νέος άνθρωπος, κατά τη χριστιανική διδασκαλία. Αυτό μας ενδιαφέρει όχι αν σου εμφανίστηκαν άγγελοι ή κάτι παρόμοιο. Εμένα, επειδή έμεινα στη φυλακή πολλά χρόνια, αλλά και στην έρημο με τον γέροντα Κλεόπα, με ρωτάει ο κόσμος: »Έγιναν θαύματα στη φυλακή; Εγώ τους απαντάω: »Ναι,έγιναν».

-Τι θαύμα;
π.Α. -Κανένα!
-Αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα, ότι δεν έγινε κανένα θαύμα;
π.Α -Ναι! Στο Αϊούντ που ήμουν φυλακισμένος, ήθελαν να με σκοτώσουν. Μ’ έβαλαν σ’ ένα μέρος παγωμένο σαν ψυγείο. Τρομερό ήταν, τρομερό. Αυτοί είχαν υπολογίσει ότι σε τρεις μέρες θα πεθάνω. Μ’ έβαλαν για 3 μέρες, τίποτα. Μ’ έβαλαν για 5 μέρες τίποτα. Μ’ έβαλαν για επτά μέρες, αλλά δεν πέθανα ούτε τότε. Αυτό δεν ήταν ένα θαύμα; Ήμουν εκεί μέσα γυμνός, τέλος πάντων, τρομερό. Τρομερό.
Ωστόσο ήμουν ζωντανός και -ζητώ συγνώμη- είχα μια παιδική αφέλεια και περιέργεια, να δω πως βγαίνει η ψυχή, πώς είναι αυτό το πέρασμα στον άλλο κόσμο. Αλλά δεν πέθανα… Και, αλοίμονο μου, με κράτησαν εκεί 14 χρόνια. Με είχαν καταδικάσει σε 40 χρόνια φυλάκιση…
-Τόση ήταν η καταδίκη;
Ναι και μου κόστισε. Σε όποια φυλακή πήγαινα με ρωτούσαν οι κομμουνιστές τι έκανα. »Τίποτα, απαντούσα εγώ» -»Εάν δεν είχες κάνει τίποτα θα σου έριχναν 10-15 χρόνια:» μου έλεγαν.
Τέλος πάντων, μας ελευθέρωσαν το 1964 όταν δόθηκε γενική αμνηστία. Και σήμερα θα πήγαινα εκεί αν το ήθελε ο καλός Θεός. Θέλω να πω ότι έζησα τη ζωή τόσο έντονα εκεί, όπου έμεινε βαθιά χαραγμένο επάνω μου ένα ίχνος χριστιανικό.


Εικόνα αφιερωμένη στους αγίους νεομάρτυρες του Αϊούντ. Γύρω της βρίσκονται κομμάτια ιερών λειψάνων, που έχει συγκεντρώσει με μεγάλη επιμέλεια ο γέροντας Ιουστίνος Πίρβου (τον είδαμε πιο πάνω). Ένα απ’ αυτά έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, απ’ όπου & η φωτο.
-Ζήσατε εκεί σαν σε μοναστήρι;
π.Α -Τι μοναστήρι;! Εκεί λίγο ψωμί, όσο ένα νύχι ήταν τεράστια ποσότητα!
-Η άσκησή σας ήταν πιο σκληρή από των πατέρων της ερήμου;
π.Α. -Δε μπορώ να κάνω σύγκριση. Εγώ σας λέω τι συνέβαινε εκεί. Δεν μας έβγαλαν τα νύχια αλλά οποιαδήποτε στιγμή μπορούσαν να το κάνουν. Είναι τρομερά δύσκολο να τα διηγείσαι όλα αυτά εαν τα έχεις ζήσει. Τότε εκπλησσόμουν. Αναρωτιόμουν. »Θεέ μου, υπάρχω;» Υπήρχα.

Όταν με έβγαλαν από τη μεγάλη δοκιμασία –τα κατεψυγμένα δωμάτια– μ’ έβαλαν στην απομόνωση. Δεν υπήρχε εκεί τίποτα, τίποτα. Το πάτωμα ήταν καταβρώμικο και τα τζάμια είχαν εκείνα τα κάγκελα. Δίπλα μου υπήρχε ένα κομμάτι μαμαλίγκα (σ.σ πουλέντα) πράσινη, μουχλιασμένη. Το έφαγα και μου φάνηκε σαν να ήταν παντεσπάνι! Δεν είχα τίποτα. Δεν έκανα υπολογισμούς, ζούσα τη ζωή έντονα.
Μια φορά με ρώτησαν πού ήταν πιο δύσκολα στην έρημο ή στην φυλακή; Εγώ τα είχα ζήσει και τα δύο. Εγώ λέω ότι στην έρημο παλεύεις με τον διάβολο και ο διάβολος φοβάται το Θεό . Δεν του επιτρέπεται το παν, έχουμε και έναν φύλακα άγγελο. Τη σχέση με τον άγγελό σου δεν μπορείς να την περιγράψεις ,την ζεις. Το ίδιο και τη σχέση σου με το Θεό. Εκεί λοιπόν στην έρημο πάλευα κατά διαστήματα.
Στη φυλακή όμως αυτοί ήταν άθεοι, σε σκότωναν, δεν υπολόγιζαν τίποτα. Σε μισούσαν σαν τον μεγαλύτερο εχθρό τους, επειδή έτσι τους μάθαιναν. Είχα την ατυχία ο πρώτος μου φύλακας να είναι ένας Ούγγρος. Πολύ κακός. Εγώ γενικά με τους Ούγγρους δεν τα πήγαινα καλά. Μια μέρα μου λέει:«Θα σε κάνουν πατριάρχη»
-Προσπαθούσε να σας δελεάσει.
π.Α. -Nαι, βέβαια προσπαθούσε να με δελεάσει. Λες και εγώ τον πίστεψα. Αλλά εμένα με θεωρούσαν αρχηγό, είχα ένα όνομα εκεί στη φυλακή. Μια φορά μας μάζεψαν για να μας μιλήσουν οι συγκρατούμενοι που είχαν πουληθεί. Άρχισαν να μας μιλάνε για τον Μεσαίωνα. Τότε εγώ, έτσι κοντούλης όπως με βλέπετε, σηκώθηκα και φώναξα: «Άκουσε βρε, τι ξέρεις εσύ για τον Μεσαίωνα; Ο Μεσαίωνας ήταν θεοκεντρικός. Τι μας λες και εσύ». [«Νεκρός»: στο χαρτί, που δεν ακούμε το ύφος του Γέροντα, είναι ασαφές τι εννοούσε με αυτή τη φράση. Σίγουρα πάντως η θεοκεντρικότητα του Μεσαίωνα (στη δυτική Ευρώπη – γιατί το Βυζάντιο ΔΕΝ ΕΙΧΕ Μεσαίωνα) ήταν μια φρικτή υποκρισία.] Μετά χάθηκα μέσα στο πλήθος. Ήμασταν χιλιάδες. Βέβαια είχαν ανάμεσά μας τους πληροφοριοδότες τους. Ήταν ένα θαύμα που δεν μου έκαναν τίποτα
(Σε αυτό το σημείο κάνουν μια συζήτηση για τους φακέλους της περίφημης Σεκουριτάτε, που ανοίχθηκαν το 2008, όπου βρέθηκαν και ονόματα επισκόπων, και έπειτα συνεχίζεται ο διάλογος ως εξής:)
-Και τι πρέπει να κάνουμε γέροντα;
π.Α. -Φτιάξε τον εαυτό σου! Αυτή είναι η καλύτερη απάντηση στην ερώτηση αυτή που βάζει κάθε άνθρωπος με λίγη συνείδηση. Φτιάξε την ζωή σου. Γίνε ξανά άνθρωπος.
-Χωρίς να ψάχνεις στα λάθη του άλλου.
π.Α. -Κυρίως αν δεν έχεις αγάπη. Και εάν ακολουθείς την αυθεντική ορθόδοξη γραμμή βλέπεις ότι και εκείνον τον κρατάει ο Θεός. Ο Χριστός λέει »δεν κουνιέται τρίχα χωρίς τη θέλησή μου». Εκείνος ξέρει τι σκέφτεσαι, ξέρει ό,τι κάνεις. Γι’ αυτό λέω φτιάξε τη ζωή σου! Και εάν είσαι ένας ήλιος κρυφός από τον κόσμο, ζέστανε τον κόσμο, πες ό,τι χρειάζεται. Επειδή ο κόσμος με ρωτάει να του πω έναν λόγο και τους λέω: «Να ξέρεις να πεθαίνεις και να ανασταίνεσαι κάθε μέρα».
-Πως δηλαδή;
π.Α. -Να είσαι νεκρός για την αμαρτία! «Δεν το δέχομαι αυτό! Καλύτερα να πεθάνω» σου λένε. «Εγώ κοίταξα έναν νεκρό και δεν γίνεται» μου είπαν. Ρώτησε κάποτε έναν γέροντα κάποιο πνευματικό του τέκνο: «Πάτερ, τι είναι η ταπεινοφροσύνη;» «Να βλέπεις τον εαυτό σου κατώτερο από κάθε πλάσμα παιδί μου».«Από κάθε πλάσμα;…και το σκουλήκι πλάσμα είναι» «Και από το σκουλήκι παιδί μου»!
-Πως μπορείς όμως να φτάσεις σ’ ένα τέτοιο μέτρο;
π.Α. -Κοίτα να δεις γιατί είπε έτσι εκείνος ο γέροντας:επειδή το σκουλήκι κινείται συνεχώς, ψάχνει τη ζωή. Την ψάχνει για να ζήσει, να δοκιμάσει. Λέει ο Χριστός να είμαστε σοφοί όπως ένα φίδι. Γιατί όπως ένα φίδι. Γιατί μας έδωσε αυτό ακριβώς ως παράδειγμα σοφίας;
-Επειδή εμείς περιφρονούμε τα φίδια… το θεωρούμε κάτι που σέρνεται!
-Ναι, αλλά γιατί; Επειδή το φίδι, εάν το κόψεις δέκα κομμάτια, δεν πεθαίνει. Εάν όμως το χτυπήσεις στο κεφάλι, πεθαίνει. Η κεφαλή μας είναι ο Χριστός, να προστατέψουμε την Κεφαλή μας.
Γι’ αυτό ο Χριστός είπε «γίνεσθε σοφοί όπως οι όφεις», επειδή εάν »χτυπήσεις τον Χριστό, τότε η χάρη του Θεού φεύγει από εσένα και βρίσκεσαι στη διάθεση των πονηρών πνευμάτων».
(…) Το κεράκι για να φωτίσει πρέπει να κάψει το φυτίλι και το κερί. Συνεπώς για να φωτίσει πρέπει να θυσιαστεί! Άφησε τη γνώμη σου, ξέχνα την κούραση! Δε γίνεται χωρίς θυσία! Ο κόσμος αυτό δεν το βλέπει και δεν τον νοιάζει. Ο σατανάς όμως εάν το δει θα κάνει το παν να σε προκαλέσει ο άλλος. Τον νικάς και σε νικάει. Μην ξεχνάτε ότι ο σατανάς είναι ελεύθερος! Του επιτρέπει βέβαια ο Θεός αλλά είναι ελεύθερος. Με ρωτούν πολλές φόρες »πώς να γλυτώσω από τον σατανά» και τους απαντώ »τι θα απογίνουμε χωρίς αυτόν. Αυτός μας προσκαλεί στη μάχη, στον αγώνα χωρίς να το καταλάβει. Με ρώτησαν σε κάποιο βιβλίο »τι είναι ο διάβολος»; και απάντησα: »όλοι οι διάβολοι… είναι του διαβόλου»!

Συμπερασματικά τώρα, επειδή δεν έχουμε άλλον χρόνο, ειλικρινά σας λέω, σαν ένας αδελφός που σε λίγο συμπληρώνει τα εκατό του χρόνια: δεν οφείλω τόσα στα σχολεία που πήγα και μάζεψα γνώσεις και στα λόγια που άκουσα εκεί που πήγα, όσο μου χρησίμευσε ο πόνος! Τότε κατάλαβα γιατί ο Θεός κρατάει τον διάβολο, για να μπορείς να έχεις με έναν αόρατο τρόπο το σπαθί στο χέρι! Δεν είσαι καλός αγωνιστής εάν τρέμει το χέρι σου όταν κρατάς το σπαθί στο χέρι! Δεν επιτρέπεται αυτό, με το σπαθί στο χέρι. Είναι δυνατόν οτιδήποτε εν Χριστώ, οτιδήποτε…Δεν επιτρέπω όμως να είναι κάποιος λυπημένος. Αυτή είναι η μεγαλύτερη νίκη του διαβόλου. Να έχουμε χαρά και εμπιστοσύνη! Πρώτα όμως να έχουμε ταπείνωση.
Πόνος, ναι πόνος. Και αν έφυγες από τον κόσμο (στο μοναστήρι), αρνήσου και τον εαυτό σου! Αλλά λέγει:«Αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολούθειτω μοι» (κατά Ματθαίον 16, 24) [«Νεκρός»: δηλ. ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθήσει. Φράση του Χριστού, που σημαίνει ότι ο χριστιανός οπωσδήποτε θα αντιμετωπίσει βάσανα και θα πρέπει να κάνει θυσίες]. Να λοιπόν ο πόνος, δεν γίνεται χωρίς πόνο. Στον μοναχισμό ειδικά, η υποταγή της θελήσεως σου, η υπακοή, είναι η μεγαλύτερη νίκη. Δεν γίνεται όμως χωρίς θυσία, χωρίς Σταυρό. Μη το κυνηγάς αλλά εάν έρθει μην το αρνηθείς. Ο Χριστός δεν ήθελε τον Σταυρό, αλλά αφού ήρθε, τον δέχτηκε. Δεν τον αρνήθηκε! Να κάνεις και εσύ αυτό κατά τη δύναμή σου, γιατί ο Θεός δεν σου δίνει σταυρό πέρα από τις δυνάμεις σου.
Ειλικρινά υπέφερα! Ο πόνος μου άνοιξε πολλές μυστικές πορτίτσες. Και τότε έχεις μια σχέση ζωντανή με τον Ουρανό, με την Παναγία, η οποία να ξέρατε πόσο κοντά μας βρίσκεται, πόσο πολύ μας αγαπάει και πόσο λυπημένη είναι όταν δεν της ζητάμε τίποτα! Μεγάλο λάθος. Συνεπώς ο πόνος ηρέμησε τη ψυχή μου. Όμως στην κορυφή βρίσκεται η ταπείνωση, στην οικογένεια και στο μοναστήρι.

Ο γέροντας κοιμήθηκε στις 19 Ιουλίου 2011. Καταγεγραμμένος σε βίντεο εδώ («Τα είδη των πειρασμών»).
Επίλογος

Το ρουμανικό έθνος, όπως όλα τα έθνη που γνώρισαν κάποια στιγμή την ορθοδοξία, ανέδειξε πλήθος αγίων. Για παλαιότερους αγίους του (αλλά εξαιρετικά επίκαιρους) δες μερικά άρθρα εδώ.

Έχει επίσης πολλούς αγιασμένους σύγχρονους ορθόδοξους διδασκάλους (θεοφόρους γέροντες), όπως οι γνωστοί στην Ελλάδα Αρσένιος Μπόκας, Παΐσιος Ολάρου, Κλεόπας Ελίε, Ιωαννίκιος Μπαλάν κ.ά., για τους οποίους ολίγα δες εδώ και εδώ, πολλούς όσιους Αγιορείτες μοναχούς και ασκητές, αλλά και πολλούς αφανείς αγίους μέσα στον απλό λαό.

Άγιοι πάντες της Ρουμανίας, σύγχρονοι άγιοι μάρτυρες και ομολογητές του Χριστού, σας παρακαλούμε να πρεσβεύετε στο Θεό υπέρ ημών. Όχι μόνο για να έχουμε υγεία και ευλογία από Αυτόν εμείς και οι οικείοι μας, οι φίλοι και οι εχθροί μας και όλος ο κόσμος, αλλά και για να βρούμε το θάρρος ν’ ακολουθήσουμε το λαμπρό παράδειγμά σας όταν δούμε να αδικείται η ορθόδοξη πίστη μας, αλλά και η αξιοπρέπεια των συνανθρώπων μας.

«Ο αθεϊσμός θα νικηθεί, αλλά προσέξτε με τι θα αντικατασταθεί» είπε ο άγιος νεομάρτυρας Βαλέριος Γκαφένκου. Αυτό που θα τον αντικαθιστούσε έχει έρθει. Είναι η πλάνη του καπιταλισμού, του καταναλωτισμού, της «νεοαποικιοκρατίας» και του νεοεποχίτικου παγανισμού, που συνδυάζει στοιχεία από κάθε θρησκεία με το δόλωμα της αρμονίας και της ευημερίας και της «ισοτιμίας των θρησκειών», δηλαδή της σχετικοποίησης της αλήθειας. Όλα αυτά είναι αιτίες για ορθόδοξη μαρτυρία και για μαρτύριο.

Το ελληνικό έθνος έχει μερικούς σύγχρονους μάρτυρες, όπως ο άγιος Φιλούμενος ο Κύπριος (1979) και ο π. Ιωάννης της Σάντα Κρουζ (1986). Έχει επίσης μερικούς μεγάλους Ομολογητές, που έκαναν και είπαν πολλά ενάντια σε σκοτεινά συμφέροντα, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους, όπως ο αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος και ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Δόξα τω Θεώ.

Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου στη ζωή μας, αδελφοί. Αμήν.

Ένα τροπάριο για τους αγίους σύγχρονους μάρτυρες της Ρουμανίας (εδώθε):

Τον συνάναρχον Λόγον. Ήχος πλ. α΄.

Ρουμανίας ενδόξου τους Νεομάρτυρας, την εσοδείαν Κυρίου την εν εσχάτοις καιροίς, ορθοδόξων οι λαοί σεμνώς τιμήσωμεν. Ότι κατήσχυναν λαμπρώς εις του αίματος αγρόν αθέους αυτών σφαγέας, κατέστησαν οδοδείκται και ενισχύουσι προς μίμησιν.

Οι Νεομάρτυρες της Ρουμανίας, στο Ημερολόγιο 2014 της Αδελφότητας του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας (από εδώ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: